2202014/0902

Για πρώτη φορά στη ζωή μου, θέλω να μείνω ακριβώς εδώ. Δεν φαντάζομαι ταξίδια σε άλλες πόλεις ή ζωή σε άλλες χώρες. Το μόνο που θέλω είναι ατέλειωτες βόλτες εδώ, άντε και λίγο παραπέρα. Θέλω να μείνω εδώ για πάντα κι όσο ο χρόνος μου τελειώνει, το θέλω ακόμα περισσότερο. Ίσως να φταίει που μεγαλώνω και αποβάλλω παιδιάστικες συμπεριφορές. Τώρα ευθύνες, τώρα υποχρεώσεις, τώρα είμαι ενήλικη. Ετσι μου είπανε τουλάχιστον. Τι κι αν εγώ νιώθω ακόμα παιδί.

Μου αρκεί λίγη μπύρα, κανα τσιγάρο κι η σκέψη σου. Αυτή η σκέψη σου τριγυρνάει στο σπίτι μου, γυμνή και πρόστυχη. Με προκαλεί να την ερωτευτώ και να χορεύω μαζί της στα σκοτάδια. Δεν ξέρω αν σε θέλω, ή αν αναγκάστηκα να σε θέλω επειδή δεν θέλω κάποιον άλλον. Δεν ξέρω αν είσαι καλύτερος ή λιγότερο χειρότερος εν τέλει. Μακάρι να ηξερα λίγο ποιά είμαι, να μπορούσα να με καταλάβω και να με ερωτευτώ όπως νομίζω πως ερωτεύτηκα εσένα. 

Μη μου μιλάς όταν δεν έχεις όρεξη. Εγώ σε θέλω κι η θέληση ουδεμία σχέση έχει με υποχρεώσεις.
Σήμερα θα'θελα να σε φωτογραφίσω με το μυαλό μου, κι έπειτα να κυκλώνω την φάτσα σου και να γράφω τ'ονομα σου από κάτω με άτσαλα παιδικά γράμματα. Ετσι, για να μπορώ να σε θυμάμαι όποτε μου γουστάρει. Ετσι, γιατί ωρες ώρες σε θελω ακίνητο κι αγέλαστο. Έτσι, για να'χω να σε δείχνω σ'όσους μου πηδάνε το μυαλό τα βράδια.

Το πάθος με ξέχασε και βγήκε βόλτα.. και μου λείπει. Και σε μένα, και σ'αυτά που σκέφτομαι και γράφω. Κι ίσως άδικα να σκέφτομαι κι άδικα να προσπαθώ να γεμίσω λευκά ηλεκτρονικά κελιά με μαύρα εικονικά γράμματα. Ισως απο την αλλη το παθος να μ'άφησε όταν εφυγες εσύ, γιατί μπορεί να σ'αγάπησε πιο πολύ απ'ότι αγάπησε εμένα. Πολλά είναι τα ίσως μου τελευταία, κι έχουν έρθει βίαια να αντικαταστήσουν τα άλλοτε ατέλειωτα γιατί μου.

Οι νύχτες είναι όμορφες μα δεν της απολαμβάνω όπως παλια. Τώρα ξυπνάω πρωί, γιατι καποιος μου χε πει να μάθω να ζω την ημέρα. Δε λέω, όμορφες είναι κι οι ημέρες. Με τον ήλιο, τον κόσμο, την αίσθηση του καφέ καθώς ο ήλιος ανατέλλει.. Τις βόλτες δίπλα απο μια θάλλασα μπλε κι όχι μαύρη και σκοτεινή. Αλλα δεν είναι το ίδιο ρε αδερφέ. Εγώ στην νυχτα έμαθα να ζω. Αυτήν αγάπησα. Σ'αυτήν αγάπησα. Σ'αυτήν έζησα πολλά χρόνια. Προτιμώ το σκοτάδι και την αδράνεια του, γιατί μέσα του νιώθω μια ασφάλεια απερίγραπτη. Κάποτε το φοβόμουν. Τώρα φοβάμαι τον εαυτό μου στον ήλιο. Επειδή φαίνομαι. Επειδή κατάντησα ευάλωτη στα πάντα. 

Ωρες ώρες αναρωτιέμαι πως θα ήταν αν είχα ένα πρόγραμμα. Αν μπορούσα να φανταστώ την ζωή μου σε λίγα χρόνια και τι θα θελα να έχω κάνει. Αν θα θελα ποτέ να θέλω να κάνω παιδιά, ή να χω μια γάτα μες στο σπίτι που η ζωή της εξαρτάται από μένα. Κι ακόμα πιο απλά, αναρωτιέμαι πως θα ήταν αν θα μπορούσα να γράψω κάτι που θα χει αρχή μέση και τέλος, παραγράφους και περίληψη, νόημα συμπυκνωμένο κι όχι λόγια του αέρα. Απλά αναρωτιέμαι όμως, και ποτέ δεν πιέζω τη σκέψη μου παραπάνω.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα και νόμιζα πως θα μπορέσω να γράψω όπως παλιά. Νόμιζα πως κρατούσα το νόημα στην κούπα του καφέ μου. Γι'αλλη μια φορά γελάστηκα κι ας μη γέλασα όμως.
Ίσως το νόημα να μη μπορείς να το βρεις, γιατί δεν υπάρχει. Ίσως φταίει που είναι ακόμα πολύ πρωί. Ίσως να φταίει που δεν πίνω πια. Και χωρίς το αλκοόλ -ίσως- οι σκέψεις μου να είναι ένα τίποτα.

Για πρώτη φορά όμως, θέλω να μείνω ακριβώς εδώ. Στην όμορφη μου πόλη.
Αυτό που με σκοτώνει όμως, είναι που δεν ξέρω αν νίκησα τις επιθυμίες μου εν τέλει, η αν με νίκησε η πόλη γιατί παρέδωσα τα όπλα την νύχτα που έπαψα να ελπίζω.

Παραδίνομαι και πουλιέμαι φτηνά, σε όποιον θέλει να με πάρει.
Το τηλέφωνο μου το'χεις.
Μάλλον.





Άτιτλο τυχαίο ανούσιο post 09022014

Και πάλι πέρασε η βδομάδα, και πάλι ήρθε Κυριακή, και πάλι η Κυριακή μου είναι ανούσια και βρώμικη. Μακριά σου και μακριά μου και μακριά απ'ότι αγάπησα κι αγαπώ, μακριά απο τις στιγμές που θα'θελα να ζήσω, μακριά απο οτιδήποτε υγιεινό, μακριά απο μια ουσιαστική ανθρώπινη επαφή.
Όλες μου οι εβδομάδες ένας αγώνας δρόμου, για να προλάβω την χαρά. Μα τρέχει πιο γρήγορα απο μένα, γιατί εγώ καπνίζω και πίνω και είμαι σάπια για να τρέχω. Γι'αυτό δεν την πρόλαβα πάλι.

Άδειο το σπίτι, μα είναι μικρό και με ξεγελάει. Άδεια κι εγώ, μα είμαι μεγάλη και ξεγελιέμαι.

Σήμερα νιώθω άσχημη. Μπορεί και να είμαι. Το θέμα όμως είναι, πως ποτέ δεν έχω ξανανιώσει τόσο άσχημη. Ανασφάλειες πάντα υπήρχαν, δεν λέω. Αλλά τώρα είναι διαφορετικά. Νιώθω την ασχήμια να με κυριεύει, κι εγώ ανήμπορη και φοβισμένη, δεν κοιτάω καν τον καθρέφτη. Αισθάνομαι άσχημη γιατί συναναστρέφομαι με άσχημους ανθρώπους. Η ομορφιά λένε, βγαίνει από μέσα μας. Το ίδιο κάνει και η ασχήμια. Μόνο που η ασχήμια είναι χειρότερη, γιατί όταν αντιληφθείς πως δεν είναι μοναχά επιφανειακή, πονάει. Με πονάει, σε πονάει, μας πονάει και πονάμε και πονάω και δεν ξέρω να κλίνω και ρήματα με τη σειρά.

Η μόνη διαφυγή απ'το κελί μου είναι οι τσάρκες στην όμορφή μου πόλη. Στα μέρη που συναντάω δυο γνωστούς και μετά απο ένα "τι κανεις, καλά, μιλάμε, να πάμε για κανα καφέ ρε" συνεχίζω το δρόμο μου αφήνοντας για χνάρια κομμάτια της ψυχής μου. Μια φορά θα'θελα να κάτσω και να μιλήσω. Να μου μιλήσουν. Να μαλώσουμε. Να βγει η ένταση. Να προσπαθήσω να καταλάβω και να γίνω κατανοητή. Να μείνω εκεί χωρίς να συνεχίσω σε κανέναν δρόμο. Να μείνω εκεί και να ουρλιάξω αυτά που έχω να πω, γαμώτο μου. Και όχι να αναλώνομαι σε κούφια λόγια και σε κεκαλυμμένα "τίποτα" έπειτα από την ενδιαφέρουσα ντυμένη αδιάφορη ερώτηση "τι έχεις".
Τι να έχω ρε μαλάκα. Πονάω ρε. Πονάω και φωνάζω, με ακούς;
Εσύ μου πες πως θα σαι εκεί. Όλο πηγαίνω όμως, και ποτέ δε σε βρίσκω.

Μόλις γύρισα από την τσάρκα μου. Σήμερα σιωπή έξω. Σήμερα κανένας γνωστός. Σήμερα αδράνεια και αργές κινήσεις παντού. Σήμερα όλοι ξεμεθάνε απο τα χθεσινά ξενύχτια. Αλλά εγώ δεν ήπια χθες. Ούτε ξενύχτησα έξω. Και δεν την μπορώ την σημερινή ησυχία. Η σιωπή σου με κουφαίνει. Αυτό μπορεί να μην σε νοιάζει. Απλά μετά δε γουστάρω να παραπονιέσαι που φώναζες και δεν σ'άκουγα. Έτσι, στα ίσα.

Θα αρκεστώ στις μνήμες απ'τις βόλτες μου. Κι έτσι θα πορευθώ. Στην τελική, όλη μου η ζωή είναι μια βόλτα. Μόνο που κάθε μέρα τελειώνει και πρέπει να γυρίσω πίσω στην ασφάλεια της φυλακής μου. Για να μην κρυώσω. Για να μην πάθω τίποτα. Για να μην με βρει κανείς νεκρή έξω. Μη νομίζεις πως εδώ έχει ζέστη, ούτε πως είμαι απόλυτα ασφαλής. Απλά η ασφάλεια είναι σχετική κι εγώ άσχετη μαζί της.

Από μικρή δεν πίστεψα ποτέ σε ευτυχισμένο τέλος. Δε θα'δινα δεκάρα αν την Σταχτοπούτα δεν την έβρισκε ο πρίγκηπας, ούτε αν η Ωραία Κοιμωμένη κοιμότανε ακόμα. Ίσως αν ήταν έτσι τα πράματα, να πίστευα στα παραμύθια. Θέλω μεγάλες δόσεις ρεαλισμού να με λούζουν καθημερινά, γιατί τα ουτοπικά σου όνειρα δεν μου λένε κάτι. Αυτά τα περί αγάπης κι επανάστασης και έρωτα.. να τα βάλεις στον κώλο σου ρε χαμένε. Πούλα τα εκεί που μπορείς. Πούλα τα και σε μένα, μα δεν αγοράζω, στο λέω. Εν τέλει μπορεί και να μην υπάρχει αγάπη. Έχεις αναρωτηθεί πόσο δεδομένα θεωρούμε κάποια πράγματα; Ποιός έχει αποδείξει την ύπαρξη της αγάπης; Ένα μείγμα ανάγκης είναι, εγωισμού και κακού τάημινγκ. Αλλιώς κανείς δεν θα αγαπούσε κανέναν.

Σχεδόν όλα είναι μάταια, εδώ στη σαπίλα που επέλεξα να ζω. Και λέω σχεδόν, έτσι, για να μην με πιάσει και μένα η απελπισιά. 
Η αρνητική μου ενέργεια σήμερα εκπέμπεται παντού και προς όλες τις κατευθύνσεις. Γίνε δέκτης της ή σήκω και φύγε. Το'ξερες όταν με γνώριζες οτι ήμουν έτσι. Τα΄χαμε πει, θυμάσαι; Σου'χα μιλήσει για μονοτονία και μου΄δινες λουλούδια. Σου μιλούσα για μελαγχολία και μου πέταγες έρωτα, δήθεν κατα τύχη και στοχευμένα. Πίστεψες πως θα αλλάξω ε; Σε κορόιδεψα μωρέ. Έτσι είμαι ΄γω. Μη το παίρνεις προσωπικά.


Ήθελα τόσο πολύ να κλάψω, μα δεν ήξερα για ποιον. Ήθελα τόσο πολύ να δώσω αγάπη, μα δεν πέτυχα κανέναν στο δρόμο. Ήθελα τόσο πολύ να μιλήσω σε κάποιον, αλλά οι online φίλοι μου έχουν τα δικά τους. Κι έτσι μίλησα σε μένα και μου'πα οτι μ'αγαπάω.
Μπορεί να μου'πα ψέματα. Για αυτό κλαίω.

Οχι για σένα. Ούτε για κείνον. Ούτε και για κείνη πια.
Μόνο για μένα.
Μπας και καταφέρω να με πείσω πως με αγαπάω τόσο, ώστε να μπορώ να κλαίω για πάρτη μου ρε διάολε.


Α.. και αν περάσεις ποτέ από δω, χτύπα μου την πόρτα. Γιατί τα βράδια μου στη μοναξιά τα βαρέθηκα. Κι η αγάπη μου βαρέθηκε να μπαλώνει τρύπιες ψυχές.

attempt 01

Πήγε τρεις κι εγω μονάχη πάλι μένω, δεν έχω πια να χάσω κάτι κι όμως περιμένω
και επιμένω να ξυπνήσω οσους κοιμούνται στα σκοτάδια με τα λόγια μου σαν πουτάνας τρύπια χάδια
στο μπουρδέλο που μας είπανε πως λέγεται ζωή, που χανόμασταν τα βράδια ψάχνοντας πνοή
σ'αυτά που λέγαμε, που κάναμε και πέρναγαν οι μέρες και ζούσαμ' ισως ήσυχα κι ας τρώγαμε τις σφαίρες σας ξυστά 
και μεγαλώσαμε και δώσαμε ότι είχαμε στο όνειρο ποντάραμε κι ας χάσαμε τα πάντα στα μάτια μας μπροστά
οι σκέψεις μας και οι ώρες μας στο χρόνο πια χαμένες σε ρολόγια χωρίς δείκτες και στιγμές ηλεκτρισμένες 
που θυμίζουν οι καριόλες και πονάνε τα μυαλά μας και γυρνάνε και βογγάνε και χτυπάνε στην καρδιά μας
τ'άψυχα μας λόγια ωδές σε νεκρούς επαναστάτες που κοιτάζουν μ'απορία περαστικοί διαβάτες 
και παιδιά, που γεννήθηκαν σε χρόνια δύσκολα, περάσανε πολλά, καλά, κακά, δεν έχει σημασία 
τα δύσκολα είναι δύσκολα κι έχουν τόση αξία 
όση τους δίνεις, κι ας μη θέλεις να πιστέψεις τις αλήθειες μου 
ξεδίνεις με τους στίχους μου παρέα, έλα πάρε με και πάμε καρφί για βράδια νέα
για όμορφες ζωές και μεγάλα ταξίδια σταμάτα να ψάχνεις τον εαυτό σου μες σε ξύδια 
και παράνοια, οι εποχές έρχονται φεύγουν κι εγώ μένω στην αδράνεια 
της σκέψης σου, στης μοίρας την αφάνεια
τι να μας πεις κι εσύ, τι να μας πει κι η μοίρα
τα βράδια ίδια μένουν κι εχω για γκόμενο εναν αναπτήρα και μ'αναβει, οχι αρκετά μα πιο πολύ απο σένα 
που μ'αφησες να κλαίγομαι σε χέρια ξένα, παγωμένα, ποτισμένα με τη θλίψη την άεναη, που μου δίνει η απουσία σου ΜΩΡΟ μου

Αυτά τα λίγα για σήμερα, καληνύχτα.


hey, you

Μου μοιαζεις και σου μοιαζω, και το ξέρεις καλυτερα απο μενα.
Κοιταζω γυρω μου και βρίσκω πραγματα μικρα που σου μοιαζουν απελπιστικα
κι αλλες φορες πραματα μεγαλα που σου μοιαζουν εξισου.
Πραγματα που σε θυμιζουν, αλλα οχι, δεν θελω να κλαψομουνιασω σημερα, θελω να γραψω κατι με νοημα, ωμο νοημα, αλλα ποιος εχασε το νοημα του για να το βρω εγω;
Θελω να παρεις την εννοια του περιορισμου, να την στησεις στον τοιχο του μικρου σου σπιτιου και να την ξεσκισεις με τις κουβεντες σου. Θα θελα για λιγο, μονο για λιγο, για μια τοση δα στιγμη να με παρεις και να μου πεις τι θελεις κι εσυ. 
Οχι μονο τι θες και τι ζητας, αλλα τι θες να κανω, τι να μην κανω, τι να κανουμε, αν θες να κανουμε. Και ολα αυτα το πιπιλανε το μυαλο μου.
Προσπαθω να με κανω ξεχωριστη εκει που η προσοχη εχει πεθανει προ πολλου, προσπαθω να σε κανω να με προσεξεις κι ας εχεις αλλα πραγματα που ξεχωριζουν η ξεχωρισαν, προσπαθω να ειμαι κατι αλλο για να σ'αρεσω. Για να νιωσω οτι θελεις εστω στο ελαχιστο, αυτο που θελω εγω. Τα θελω μου μεγαλα, τα πρεπει μου χαμενα, η αξιοπρεπεια στο πατωμα να σερνεται κι εγω εκει ρε φιλε. 
Σημερα Παρασκευη και μετραω δυο Παρασκευες μακρια σου, σε ενα περιεργο ημερολογιο που αντι για νουμερα, γραφει το ονομα σου. Να ειδες, ριμαρω και για παρτη σου γιατι σ'αρεσει και το ξερω. Μα και παλι, δε γινομαι ξεχωριστη, η ειμαι αλλα εσυ δεν το βλεπεις.
Αφου δεν μπορω να σου πω τα μπερδεμενα μου ποιηματα, στα γραφω, γιατι οταν γραφω δεν ποναει, γιατι ισως και να μην το μαθεις ποτε, αλλα εγω το γραψα.
Θα θελα να σε ξαναδω. Η φαση κωλοψηνει να σε ξαναδω, για να σου δειξω οτι δεν προλαβα να πω, οτι δεν μου μαθανε να λεω, να σου δειξω ποσο θα θελα να μεινω λιγο παραπανω, λιγο, τοσο δα, μονο και μονο για να καταπραυνω τον πονο που μου προκαλουν οι ιδιες μου οι σκεψεις. Για να μαι λιγο πιο ησυχη τα βραδια.
Τα βραδια μενω μονη μου και αγκαλιαζω τα αρκουδακια μου, γιατι ειναι η μοναδικη στιγμη που ειμαι εγω, που δεν το παιζω σκληρη και που ξερω να αγαπω. Και δε με πειραζει. Γιατι με ξερω και με εμπιστευομαι εκεινες τις στιγμες.
Μονο που σημερα θα θελα να παρω εσενα αγκαλια. Και να σε κοιταξω στα ματια.
Θα θελα να μπορουσα να ζησω μονο και μονο για αυτη τη στιγμη της αλληλοκατανοησης, του αλληλοσεβασμου. 
Ειναι καποιος στο δωματιο, αλλα δεν με ενδιαφερει καθολου. Εχω απομονωθει μοναχη και εχω κανει ενα μακροβουτι στα αδυτα του μυαλου μου, προσπαθωντας να βρω κατι που μου ξεφυγε την προηγουμενη φορα. Στα χερια μου κρατω μαυρα λουλουδια της φαντασιας μου, γιατι μ'αρεσουν αυτα, μ'αρεσει και το μαυρο και θελω να στα χαρισω. 
Τι κι αν μαραθουν ρε φιλε. Ας εχεις κατι απο μενα. Εστω και μαραμενο.
Εγω εχω πολλα δικα σου. Ηταν κατι βραδια ομορφα που καναμε και βολτες, θυμασαι;
Τοτε μπορει να μη το προσεξες η να μη το καταλαβες, αλλα μου δωσες κομματια σου.
Κι εγω τα πηρα και τα κρατω σα φυλαχτο... τι κοινοτυπο.
Τι κοινοτυπη που ειμαι. Και πως σου ζητω να αγαπησεις κατι κοινοτυπο, ενω το ξερω και το ξερεις πως εισαι ξεχωριστος; Οχι μονο για μενα, για ολους.
Ιδιαιτερος. Γουιρντο, πως το λεν στο χωριο σου.
Ισως για αυτο μου'λειψες λιγακι σημερα. Απο χθες βασικα, αλλα σημερα πιο πολυ.
Ενας κατεβατος, βαρετος και κοινοτυπος μονολογος ειναι η κληρονομια μου.
Τι θα λεγες να ερθω να σε δω, και να ξανασυστηθουμε;
Γιατι αλλαξες και αλλαξα και οι αναμνησεις που εχω ειναι ιδιες.
Βλεπεις και μονος σου, δεν κολλαει το πραμα. 
Τι θα'λεγες να μου δινες κατι να χω να θυμαμαι απ'τα παλια;
Τι θα'λεγες να μεινουμε μαζι; Οχι, μη βιαζεσαι να παρεξηγησεις. Οχι σε σπιτι.
Να μεινουμε λιγακι μαζι στο μυαλο μου, να δουμε αν δουλευει η φαση.
Να μιλαμε λιγο παραπανω. Να κανεις κι αυτα τα μικρα πραγματα που με συγκινουν και ψιλοβουρκωνω μολις πεφτει ο ηλιος.
Καποιος με εχει πεισει οτι η στεναχωρια ειναι καλη και δημιουργικη, κι εγω συνεχιζω ετσι. Γιατι ειμαι και πολυ ηλιθια ωρες ωρες. Γιατι τους ακουω. Ακουω τους αλλους και σενα μαζι, αντι να ακουω εμενα. Γιατι την ειδα και πολυ καλη τον τελευταιο καιρο, κι ας γαμηθηκε το πραμα στην πορεια.
Ειμαι μια κλεφτρα, στο λεω να το ξερεις. Κλεβω στιχους μουσικες και ποιηματα απο δω κι απο κει, κι επειτα τα ντυνω με δικα μου ξεκουρδιστα λογια για να παρουν αλλη πνοη. Οχι καλυτερη, ουτε χειροτερη. Απλα διαφορετικη.
Και τις κλεφτρες να τις φοβασαι γιατι μπορουν να σου κλεψουν τα παντα, απο κει που δεν το περιμενεις.
Μερικες φορες κλεβω τοσο απληστα, που ξεχειλιζω και χυνομαι στον δρομο.
Κι αντε να με μαζεψεις μετα.
Ελα και κανε μου παρεα ρε γαμωτο, ελα και κρατα μου συντροφια μαζι με το αλκοολ και τις ιδεες μου. Κι ισως να σου δωσω και μια τζουρα απο το καυτο μου τσιγαρο, γιατι δινω κι απο τα κλεμμενα μου καμια φορα.. αρκει να το ζητησεις.
Αυτος ο μονολογος, η μονη μου κληρονομια.
Το μυαλο μου ειναι αρρωστο κι εχει στερεψει απο ιδεες, αλλα αφου εχω στραγγιστηρι το στραγγιζω, παιζει προβλημα; 
Βαριεμαι. Βαριεμαι πολυ συχνα.
Κι εσυ βαριεσαι, μου το χεις πει. 
Μονο που εγω θα θελα να βαρεθουμε μαζι μια φορα.
Απλα, ομορφα και παιδικα σε μικρα σπιτακια με κερακια κι ερωτα.
Μου λειπεις, ακους; Μου λειπεις μα δεν με ποναει.
Γιατι εχω ακομα αναμνησεις να με ταιζουν το ειναι σου.
Να φοβηθεις μονο οταν τελειωσουν.
Γιατι τοτε παλι, θα γινω μια ψευτορομαντικη κλεφτρα.
Ισως νευριασω πολυ μια μερα, κι ερθω και κλεψω εσενα.
Να μου κρατας παρεα με τη βια γιατι τα χαπια δεν πιανουν πια.
Γιατι τα ερωτευτηκα και με συνηθισαν, οπως πολλα ακομη πραγματα.
Γιατι ετσι ειμαι εγω. Ερωτευομαι καθε δευτερολεπτο.
Σημερα ειμαι ερωτευμενη με το λερωμενο σου μυαλο.
Προσεχε, δε το λεω βρωμικο, γιατι δεν ειναι. Απλα λιγο λερωμενο. 
Και το ξερεις ρε γαμωτο, πως μπορω να καθαρισω τα παντα...
Και μενα και σενα και τα μυαλα μας και τα σπιτια μας και τα παντα.
Δεν λεω τιποτα που δεν εχω ξαναπει, δεν βγαζω τιποτα που να πλησιαζει την εννοια της τεχνης, αλλα για καποιο λογο δεν μπορω να σταματησω να γραφω, δε θελω, γιατι οταν παψω να εκφραζομαι ισως ο ερωτας μου να τελειωσει.
Ισως να μη με θελω ουτε γω. Ισως να μη γουσταρω να με θελω γιατι δεν ειναι ακομα μεσανυχτα και ηδη με βαριεμαι.
Σε σκεφτομαι και το σωμα μου τεντωνεται μπροστα απο μια σαπχια οθονη απο την αμηχανια.
Αν ημουν μαγισσα, θα κουνουσα το ραβδακι μου και θα σε εβαζα μεσα στο αγαπημενο μου βραδινο αρκουδακι. Δε θελω να μιλας. Θελω να μιλαω και να με ακους. Και να συμφωνεις με τα ματια σου. Κι ακομα κι αν θες να φυγεις, να μη μπορεις, γιατι θα σε εχω αγκαλια.
Γιατι θα παρω την ελευθερια σου και θα της γαμησω το νοημα.
Δε θελω να σαι ομηρος μου, μα ουτε και Λευτερος. Θελω να θελω να θελεις να με θελεις.
Μπερδεμα ε; 

Μη νομιζεις οτι τα πουλια που πετανε στον ουρανο, ειναι ελευθερα.
Μην νομιζεις οτι υπαρχει η ελευθερια.
Αν εφτιαχνα πραγματα με τα χερια μου, θα σου φτιαχνα μια ελευθερια που δεν θα περιοριζεται απο κανεναν ουρανο.
Ισως να σου χω φτιαξει μια και την εχω κλεισμενη στο συρταρι μου.
Ισως να στην εδωσα μια νυχτα που περπατουσαμε, αλλα εσυ ειχες να πας καπου και βιαζοσουν.
Ψαξε λιγο στο δρομο. Μπορει να την βρεις.
Αν δεν την τσαλαπατησαν. Αν δεν την κλεψαν οι αλητες φίλοι σου.
Ειμαι μονη και απομυθοποιω τον εαυτο μου μεσα σε τυχαια τετραστιχα.
Ποτε δεν σ'αρεσε η ποιηση, το ξερω.
Αλλα εμενα μου αρεσει.
Ποιηση ειναι τα ματια σου ακομα κι οταν εχεις χαμενο βλεμμα, ειναι οι νυχτες βαμμενες μ'αιμα κι ισως λιγο ψεμα
Ποιηση ειναι τα κεκαλυμμενα λογια σου, ενω ξερω την αληθεια της ψυχης σου
Ποιηση μπορει να ναι το πουλι σου, μα αν δεν το χαιρομαι εγω, αντε γαμησου.
Να τες οι ριμες.
Δωσμου ενα βρωμομπητο κι εγω θα αραξω τις σκεψεις μου πανω του.
Αυτο το κειμενο δε λεει να τελειωσει αλλα πρεπει, αλλα δεν θελω, αλλα το ξερω οτι πρεπει, μαμα δε θελω να μεγαλωσω, θελω να μεινω για παντα μικρη, φοβαμαι να πεθανω μονη μου, φοβαμαι να ζησω και μαζι σου, φτανει Μαριαννα με το κειμενο, φτανει, οχι σου λεω μη μου μιλας, θα γραφω οσο θελω, φτανει ειπα.
Η φωνη μεσα με νικησε
Παω να παρω τσιγ

Περί εμού, περί κενού, περί αυτών ο λόγος

Καλησπέρα μαλάκα.
Ναι, ξύπνησα με νευρα, με έλλειψη καφέ στο ράφι μου, χωρίς τίποτα φαγώσιμο, σε ένα παγωμένο δωματιο. Για αυτό σε λέω μαλάκα. Και καλά κάνω στην τελική. Σήμερα τα πράγματα δεν ειναι εντάξει. Βασικά ποτέ δεν ήταν εντάξει, άρα καλύτερα ας πούμε οτι είναι λιγότερο εντάξει απο τις προηγούμενες μέρες. Για αυτό κι εγώ αυτή τη γαμημένη μέρα δε θα τη ζησω, δε θα πάω πουθενά και δεν θα περιμένω να μιλήσω με κανέναν το βράδυ.
Θα πιω τις ορέξεις σας για καφέ και θα τραφώ με προχθεσινές αναμνήσεις που τις εμπηξα οπως οπως στο ψυγείο του μυαλού. Μη μας χαλάσουν κιόλας.
Ας πάμε λοιπόν παρεούλα σε μια ιστορικη αναδρομη της παιδικής μου ηλικίας.
Απο μικρή πάντα αναζητούσα πολλά περισσότερα πράγματα απο τον μέσο μαθητή δημοτικού. Μερικές φορές ναι, έκανα τους φίλους μου να κλαίνε, γιατι τους τρόμαζα άσχημα. Όταν όλα τα κοριτσάκια ντύνονταν με φουστανάκια για να πάνε βόλτα με τις φίλες τους, εγώ ξεχνούσα να χτενίσω τα μαλλιά μου, φορούσα τα σορτσάκια μου και είχα πάντα μαζί μου ένα τσαντάκι-μπανάνα (αυτο που το φοράμε στη μέση ρε συ), το οποίο ήτο γεμάτο απο κλωστές, πέτρες, ψαλίδια και χιλιαδυό άλλα πράγματα που μου χρησίμευαν στο να στήνω παγίδες κάτω από οτιδήποτε θύμιζε πόρτα.
Και ντάξει, ίσως αναρωτιέσαι που το πάω όλο αυτο. Ακομα και αν δεν αναρωτήθηκες όμως, εγώ τώρα στην έβαλα την ιδέα, έτσι δεν είναι;Δεν το πάω πουθενά. Απλα θυμάμαι το παρελθόν μου ρε μαλάκα, γιατί μου λείπει.
Βλέπεις, όταν φτάνουμε στο σταυροδρόμι της πανάθλιας ζωής μας, είτε θα συνεχίσουμε ευθεία, είτε θα στρίψουμε, είτε θα πάμε πίσω. Κι εγω έτσι που την είχα πάρει την απόφαση να συνεχίσω ευθεία, να μωρέ, πήγα λιγάκι πίσω να πάρω φόρα, γιατί είχε ενα μικρό κενό και δεν μπορούσα να το πηδήξω.
Ε και ρε φίλε τα μπλεξα τα μπούτχια μου και ακόνταψα και τσούπ, έμεινα πίσω. Με πήδηξε το κενό τελικα.
Το κενό είναι άτιμο πράγμα. Κι αν το καλοσκεφτείς, ακόμα και σαν λέξη, ακόμα και σαν νόημα, φαντάζει τόσο άκακο, τόσο αθώο, τόσο μικρό και απλό. Αυτα μας γαμήσανε. Τα μικρά και φαινομενικά αθώα πράγματα. Το κενό δημιουργήθηκε με έναν μόνο σκοπό: να γεμίζει.
Τα κενά διατίθενται δωρεάν σε όποιον θέλει να τα πάρει. Και έτσι όπως έχουμε μάθει με το τζάμπα, το πήραμε, μήπως μας χρειαστεί. Αλλα αν δε μπορέσεις να το γεμίσεις, το πούστικο το κενό σε βασανίζει τα βράδια, και τις μέρες, και τα μεσημέρια και τις ώρες που κοιμόμαστε μη σου πω. Και ψάχνουμε ανθρώπους να γεμίζουμε τα κενά μας, σε πρώτο στάδιο. Εγω δε θέλω αλλους ανθρώπους, γιατί απλά είδαν το κενό μου, πάτησαν μέσα χωρίς να βγάλουν τα παπούτσια τους, το λασπώσανε και φύγανε. Και κείνο έμεινε ίδιο κι απαράλλαχτο, απλά λασπωμένο. 
Τα λασπωμένα κενά γεμίζουν πιο δύσκολα από τα απλά κενά. Γιατί είναι μισογεμάτα.
Γιατι τα χρησιμοποιημένα κενά κανεις δε τα γουστάρει. Και καλά κάνει στην τελική.
Για αυτο κι εγώ αποφάσισα να γεμίσω το κενό μου με οτιδήποτε άλλο απο ανθρώπινες υπάρξεις.
Το παραφουσκώνω με αλκοόλ μερικές φορές, και μόλις αδειάσει λίγο του φυσάω τον καπνό μου.
Άλλες φορές ξερνάω μέσα του γιατί τυχαίνει. Τυχαίνει να μην είμαι μόνη, και να ναι κάποιος αλλος στο μπάνιο που θα ξερνούσα υπό άλλες συνθήκες. Το δικό μου κενό είναι σαν πάνινη σακούλα ανακύκλωσης, που έχει λιώσει από την χρόνια χρήση.
Είναι μισογεμάτο με μνήμες, με καφεδες, με αποφθέγματα μεγάλων συγγραφέων.
Και κάπου κάπου ανοίγω αυτή τη σακούλα και χάνομαι μέσα της. Στις παιδικές αναμνήσεις μιας αθωώτητας που ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά, στα βράδια που κατέστρεφα το εγώ μου για να χωρέσει το εμεις μας, σε μπαλέτα ατσουμπαλων και χοντρών χορευτριών, σε φάλτσες μελωδιές απο σκεβρωμενες και άσχημες κιθάρες. Εχω μπηξει διάφορα πράγματα στο κενό που μου χαρίσαν.
Για να μη μου φαίνεται άδειο. Για να μην είναι κενό. Ή μάλλον, για να χω για πάρτη μου ένα μισογεμάτο κενό που θα με ξεγελάει αποδεικνυοντας μου πως δεν είμαι μόνη.
Δεν με ενοχλεί που ζώ μέσα στην κοινωνική σαπίλα της εποχης. Δεν με ενοχλεί που ζω σε ένα πνευματικό υπόγειο χωρίς παράθυρα, που αντί για χαλάκι στο σαλόνι, έχει ένα στρώμα εμετού που ξεράστηκε ερήμην μου στα ήδη υγρά πατώματα του. Κι ουτε με ενοχλεί που δεν μου στέλνουν γράμματα στην πόρτα της υπόγας μου. Καταλαβαινω ομως, δεν ειναι ευκολα προσβάσιμη.
Οχι, δεν με ενοχλεί τίποτα από όλα αυτά. Η μοναξιά ίσως με ενοχλούσε, αλλά τώρα πια με συνηθισε, μ'αγάπησε κι έγινε η επίσημη ερωμένη μου. Καπου έπρεπε να την βολέψω κι αυτήνα ρε αδερφέ.
Με ενοχλεί όμως ότι στον μικρόκοσμο που έχω επιλέξει να ζω, δεν ξέρω αν την αγαπώ την μοναξιά, ή αν την μισώ πιότερο απο οτιδήποτε άλλο. Με ενοχλεί που αντί να παίζω εγώ με το μυαλό μου, παίζει αυτό μαζί μου. Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι και η Μοναξιά, η κόρη της Αρρώστιας, κι έχουν βαλθεί να με περιπαίζουν μέχρι να φτάσω στο απροχώρητο, να σηκωθώ μια μέρα και να γαμήσω το κενό μου, το άδειο μου σπίτι, τους κενούς δρόμους και τα κενά γαμημένα σας μυαλά. Αυτά με ενοχλουν αγαπητέ μαλάκα. Αυτά.
Μερικές φορές εύχομαι να είχα κατάθλιψη, μόνο και μόνο για να γευτώ τα ταξίδια των χημειών που θα μου χορηγούσαν.
Κι αλλες φορές εύχομαι να μ'ένοιαζαν τα ρούχα μου πιο πολυ από την ψυχή μου, για να μπορούσα να'μαι χαρούμενη στην άγνοια μου.
Δεν με αγγίζεις κι αυτό με ενοχλεί. Με βρίσκεις καλή για λίγο ρε μαλάκα, αλλά μετά με ξεχνάς και κρατάς τις ασφαλείς αποστάσεις σου για να μη λερωθείς. Κι ας το λάσπωσες το κενό μου κάποτε, δεν θα'θελες να σου κάνω το ίδιο. 
Εγώ όμως θα μείνω. Μέσα απ'την υπόγα μου σου στέλνω χαιρετίσματα.
Υπάρχει κι εδώ κάτω ζωή. Την ακούω και την νιώθω γύρω μου. Κι ας μην την βλέπω.
Τι κι αν τα ρούχα μου είναι σκισμένα και μαύρα και μουντά και βρώμικα.. μόλις ανέβω στην επιφάνεια και σε πετύχω, θα λάμψω περισσότερο κι από το πιο τρελό σου όνειρο.
Αυτά για σήμερα μαλάκα. Κάποιος χτύπησε την πόρτα και μου'φερε καφέ.
Μουχλιασμένο, μαύρο καφέ. 
Θα βάλω το μπρίκι στην φωτιά που άναψα με προσάναμμα τις ελπιδες σου ρε χαμένε.
Οσο χαμογελάς, εγώ θα ζω παρασιτικά, κολλημένη πάνω σου.
Κι ας μη με βλεπεις.