Περί εμού, περί κενού, περί αυτών ο λόγος

Καλησπέρα μαλάκα.
Ναι, ξύπνησα με νευρα, με έλλειψη καφέ στο ράφι μου, χωρίς τίποτα φαγώσιμο, σε ένα παγωμένο δωματιο. Για αυτό σε λέω μαλάκα. Και καλά κάνω στην τελική. Σήμερα τα πράγματα δεν ειναι εντάξει. Βασικά ποτέ δεν ήταν εντάξει, άρα καλύτερα ας πούμε οτι είναι λιγότερο εντάξει απο τις προηγούμενες μέρες. Για αυτό κι εγώ αυτή τη γαμημένη μέρα δε θα τη ζησω, δε θα πάω πουθενά και δεν θα περιμένω να μιλήσω με κανέναν το βράδυ.
Θα πιω τις ορέξεις σας για καφέ και θα τραφώ με προχθεσινές αναμνήσεις που τις εμπηξα οπως οπως στο ψυγείο του μυαλού. Μη μας χαλάσουν κιόλας.
Ας πάμε λοιπόν παρεούλα σε μια ιστορικη αναδρομη της παιδικής μου ηλικίας.
Απο μικρή πάντα αναζητούσα πολλά περισσότερα πράγματα απο τον μέσο μαθητή δημοτικού. Μερικές φορές ναι, έκανα τους φίλους μου να κλαίνε, γιατι τους τρόμαζα άσχημα. Όταν όλα τα κοριτσάκια ντύνονταν με φουστανάκια για να πάνε βόλτα με τις φίλες τους, εγώ ξεχνούσα να χτενίσω τα μαλλιά μου, φορούσα τα σορτσάκια μου και είχα πάντα μαζί μου ένα τσαντάκι-μπανάνα (αυτο που το φοράμε στη μέση ρε συ), το οποίο ήτο γεμάτο απο κλωστές, πέτρες, ψαλίδια και χιλιαδυό άλλα πράγματα που μου χρησίμευαν στο να στήνω παγίδες κάτω από οτιδήποτε θύμιζε πόρτα.
Και ντάξει, ίσως αναρωτιέσαι που το πάω όλο αυτο. Ακομα και αν δεν αναρωτήθηκες όμως, εγώ τώρα στην έβαλα την ιδέα, έτσι δεν είναι;Δεν το πάω πουθενά. Απλα θυμάμαι το παρελθόν μου ρε μαλάκα, γιατί μου λείπει.
Βλέπεις, όταν φτάνουμε στο σταυροδρόμι της πανάθλιας ζωής μας, είτε θα συνεχίσουμε ευθεία, είτε θα στρίψουμε, είτε θα πάμε πίσω. Κι εγω έτσι που την είχα πάρει την απόφαση να συνεχίσω ευθεία, να μωρέ, πήγα λιγάκι πίσω να πάρω φόρα, γιατί είχε ενα μικρό κενό και δεν μπορούσα να το πηδήξω.
Ε και ρε φίλε τα μπλεξα τα μπούτχια μου και ακόνταψα και τσούπ, έμεινα πίσω. Με πήδηξε το κενό τελικα.
Το κενό είναι άτιμο πράγμα. Κι αν το καλοσκεφτείς, ακόμα και σαν λέξη, ακόμα και σαν νόημα, φαντάζει τόσο άκακο, τόσο αθώο, τόσο μικρό και απλό. Αυτα μας γαμήσανε. Τα μικρά και φαινομενικά αθώα πράγματα. Το κενό δημιουργήθηκε με έναν μόνο σκοπό: να γεμίζει.
Τα κενά διατίθενται δωρεάν σε όποιον θέλει να τα πάρει. Και έτσι όπως έχουμε μάθει με το τζάμπα, το πήραμε, μήπως μας χρειαστεί. Αλλα αν δε μπορέσεις να το γεμίσεις, το πούστικο το κενό σε βασανίζει τα βράδια, και τις μέρες, και τα μεσημέρια και τις ώρες που κοιμόμαστε μη σου πω. Και ψάχνουμε ανθρώπους να γεμίζουμε τα κενά μας, σε πρώτο στάδιο. Εγω δε θέλω αλλους ανθρώπους, γιατί απλά είδαν το κενό μου, πάτησαν μέσα χωρίς να βγάλουν τα παπούτσια τους, το λασπώσανε και φύγανε. Και κείνο έμεινε ίδιο κι απαράλλαχτο, απλά λασπωμένο. 
Τα λασπωμένα κενά γεμίζουν πιο δύσκολα από τα απλά κενά. Γιατί είναι μισογεμάτα.
Γιατι τα χρησιμοποιημένα κενά κανεις δε τα γουστάρει. Και καλά κάνει στην τελική.
Για αυτο κι εγώ αποφάσισα να γεμίσω το κενό μου με οτιδήποτε άλλο απο ανθρώπινες υπάρξεις.
Το παραφουσκώνω με αλκοόλ μερικές φορές, και μόλις αδειάσει λίγο του φυσάω τον καπνό μου.
Άλλες φορές ξερνάω μέσα του γιατί τυχαίνει. Τυχαίνει να μην είμαι μόνη, και να ναι κάποιος αλλος στο μπάνιο που θα ξερνούσα υπό άλλες συνθήκες. Το δικό μου κενό είναι σαν πάνινη σακούλα ανακύκλωσης, που έχει λιώσει από την χρόνια χρήση.
Είναι μισογεμάτο με μνήμες, με καφεδες, με αποφθέγματα μεγάλων συγγραφέων.
Και κάπου κάπου ανοίγω αυτή τη σακούλα και χάνομαι μέσα της. Στις παιδικές αναμνήσεις μιας αθωώτητας που ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά, στα βράδια που κατέστρεφα το εγώ μου για να χωρέσει το εμεις μας, σε μπαλέτα ατσουμπαλων και χοντρών χορευτριών, σε φάλτσες μελωδιές απο σκεβρωμενες και άσχημες κιθάρες. Εχω μπηξει διάφορα πράγματα στο κενό που μου χαρίσαν.
Για να μη μου φαίνεται άδειο. Για να μην είναι κενό. Ή μάλλον, για να χω για πάρτη μου ένα μισογεμάτο κενό που θα με ξεγελάει αποδεικνυοντας μου πως δεν είμαι μόνη.
Δεν με ενοχλεί που ζώ μέσα στην κοινωνική σαπίλα της εποχης. Δεν με ενοχλεί που ζω σε ένα πνευματικό υπόγειο χωρίς παράθυρα, που αντί για χαλάκι στο σαλόνι, έχει ένα στρώμα εμετού που ξεράστηκε ερήμην μου στα ήδη υγρά πατώματα του. Κι ουτε με ενοχλεί που δεν μου στέλνουν γράμματα στην πόρτα της υπόγας μου. Καταλαβαινω ομως, δεν ειναι ευκολα προσβάσιμη.
Οχι, δεν με ενοχλεί τίποτα από όλα αυτά. Η μοναξιά ίσως με ενοχλούσε, αλλά τώρα πια με συνηθισε, μ'αγάπησε κι έγινε η επίσημη ερωμένη μου. Καπου έπρεπε να την βολέψω κι αυτήνα ρε αδερφέ.
Με ενοχλεί όμως ότι στον μικρόκοσμο που έχω επιλέξει να ζω, δεν ξέρω αν την αγαπώ την μοναξιά, ή αν την μισώ πιότερο απο οτιδήποτε άλλο. Με ενοχλεί που αντί να παίζω εγώ με το μυαλό μου, παίζει αυτό μαζί μου. Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι και η Μοναξιά, η κόρη της Αρρώστιας, κι έχουν βαλθεί να με περιπαίζουν μέχρι να φτάσω στο απροχώρητο, να σηκωθώ μια μέρα και να γαμήσω το κενό μου, το άδειο μου σπίτι, τους κενούς δρόμους και τα κενά γαμημένα σας μυαλά. Αυτά με ενοχλουν αγαπητέ μαλάκα. Αυτά.
Μερικές φορές εύχομαι να είχα κατάθλιψη, μόνο και μόνο για να γευτώ τα ταξίδια των χημειών που θα μου χορηγούσαν.
Κι αλλες φορές εύχομαι να μ'ένοιαζαν τα ρούχα μου πιο πολυ από την ψυχή μου, για να μπορούσα να'μαι χαρούμενη στην άγνοια μου.
Δεν με αγγίζεις κι αυτό με ενοχλεί. Με βρίσκεις καλή για λίγο ρε μαλάκα, αλλά μετά με ξεχνάς και κρατάς τις ασφαλείς αποστάσεις σου για να μη λερωθείς. Κι ας το λάσπωσες το κενό μου κάποτε, δεν θα'θελες να σου κάνω το ίδιο. 
Εγώ όμως θα μείνω. Μέσα απ'την υπόγα μου σου στέλνω χαιρετίσματα.
Υπάρχει κι εδώ κάτω ζωή. Την ακούω και την νιώθω γύρω μου. Κι ας μην την βλέπω.
Τι κι αν τα ρούχα μου είναι σκισμένα και μαύρα και μουντά και βρώμικα.. μόλις ανέβω στην επιφάνεια και σε πετύχω, θα λάμψω περισσότερο κι από το πιο τρελό σου όνειρο.
Αυτά για σήμερα μαλάκα. Κάποιος χτύπησε την πόρτα και μου'φερε καφέ.
Μουχλιασμένο, μαύρο καφέ. 
Θα βάλω το μπρίκι στην φωτιά που άναψα με προσάναμμα τις ελπιδες σου ρε χαμένε.
Οσο χαμογελάς, εγώ θα ζω παρασιτικά, κολλημένη πάνω σου.
Κι ας μη με βλεπεις.

Ya bolna.

Καθησυχάζω τον μικρό μου εαυτό
λέγοντας μου πως τίποτε δεν τέλειωσε ακόμη.
Ξυπνάω τα πρωινά
ζητώντας μια αγκαλιά
που τάχα δεν την ψάχνω.
Εκεί σε ψάχνω, εκεί 
στην απεραντοσύνη που λούζει τις βαρετές μου Κυριακές.
Ναι εκει. Εκεί που σε φίλησα πρώτη φορά με την φαντασία μου
και τα πόδια μου έτρεμαν απο αμηχανία.

Θα'θελα να είχα ένα πάρκο για την πάρτη μας.
Να τρέχαμε και να ξαπλώναμε στα υγρά γρασίδια.
Να πρασίνιζαν τα άσπρα μου μπλουζάκια
και να βρέχονταν οι φόρμες μας
μα δεκάρα να μη διναμε.
Κι όταν θα'πεφτε η νύχτα
να μου φυσούσες τον καπνό σου στα μουτρα
κι εγω να έπαιρνα βαθιές ανάσες.
Τι ειρωνια, να μου δίνει ζωή ο καπνός
ενω με καταστρέφει.

Μια νύχτα μου χες πει
πως δε θες να ξημερωσει μακριά μου.
Κι εγώ έμεινα γιατί σε πίστεψα.
Φιλούσα με πάθος την ψυχή σου
κι εσυ την δική μου.
Μόνο που ξέχασες να της κόψεις τα νύχια.
Και με μάτωσε καθώς με αγγιζε τις νύχτες
κατω απο παπλώματα
που μύριζαν έρωτα.
Κι όταν μυρίζει έρωτα, ποιος δίνει σημασία στις γρατζουνιές;

Και την ίδια νύχτα, εκεί, στο πάρκο, φύσηξε ένας αέρας
και δεν άφησε τον καπνό σου να φτάσει στο στόμα μου.
Ούτε στα μούτρα μου.
Ούτε πουθενά.

Προσπαθώ να μη με νοιάζει, προσπαθώ να ζω με τον δικό μου καπνό.

Είσαι ένας ιός που μπήκε βίαια στα άδυτα του μυαλού μου
και κούρνιασε εκεί με την γλυκιά μου αρρώστια.
Της έκανε έρωτα τα βράδια με φεγγάρι
κι εκείνη ξεγελάστηκε
και γδύθηκε τελείως.

Ομως μωρό μου, η αρρώστια είναι αρρώστια απο μόνη της
και δεν θα'ταν καλή ιδέα να την ταίζεις με ιούς.
Και σήμερα τον έφτυσα τον ιό σου.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και τον έφτυσα στο δρόμο
και του'βαλα φωτιά με το τσιγάρο μου, ακους;

Και τωρα πια αυτο το κείμενο έχασε την αρχική του σκοπιμότητα, κι απευθύνεται σε σενα συγκεκριμένα.
Παυει να ναι ενος τυπου αφηρημένο ποίημα, αλλα τί σημασία έχει;
Αφου διαβασες ως εδώ, θα το πας μέχρι τέλους, έτσι δεν είναι;
Θελω να κάνω ένα μπαμ και να φτύσω ολους τους ιους σας στους δρόμους.
Καλύτερα να κυκλοφορούμε σε βρωμικους απο χλέπες δρόμους, παρά ανάμεσα σε βρώμικες ψυχές.
Και εν τέλει θα'θελα να απαντήσω σε κάτι.
Οχι, δε θα πέθαινα για σενα.
Αλλά ίσως να σε σκότωνα για μένα.
Σταμάτα να με λυπάσαι και ξεκίνα να με φοβάσαι.
"Η εκδίκηση είναι πιο όμορφη κι απ'τον έρωτα".
Kι εγω αυτήν τη εκδίκηση θα την πάρω.
Μα δε θα την κρατήσω. Θα την φτύσω κι αυτήν στον δρόμο.
Δε θέλω να κρατήσω τίποτα δικό σου, ούτε κακία, ούτε εκδίκηση.
Μπας και σε πονέσω λίγο, μπας και δεις πως είναι.
Πως είναι το ηλίθια ανέκφραστο πρόσωπο της Αδιαφορίας.
Και νιώσεις. Οχι για μένα, για τους υπόλοιπους.
Καλωσήρθες στον κόσμο μας δήθεν επαναστάτη,
που τώρα βλάκα σέβεσαι τον νόμο και την τάξη.
Η επανάσταση μωρό μου ξεκινάει απο μέσα μας
κι επειτα παίρνει μορφή με διάφορες εκδηλώσεις.
Αυτα ομως δεν είναι για σένα, που να καταλάβεις.
Οταν κάνει ντου η Επανάσταση εσυ θα τρέχεις στα στενάκια.
Κι Εκείνη θα σε πετύχει σαν καυλωμένος μπάτσος
και θα σε δείρει με τα γκλομπς.
Και εγώ σε μια γωνιά, θα γεύομαι την γλυκιά εκδίκηση
με μια μπύρα στο χέρι
κι ένα στριφτό στα χείλη
και -ισως- μια καύλα
στο ματωμένο μου μυαλό.

Καλημέρα, παρέα με καφέ, χλέπες και τσιγαρίσια ανάσα.
Ο καφές μου, το τσιγάρο μου, κι εγώ.
Μονο αυτά τα τρία πράγματα θα'ναι μαζί.
Για πάντα.
Η καλύτερα, μέχρι τέλους.


S.B.

Απόψε τα δέντρα θα τραγουδάνε για κείνον.
Για κεινον που αψηφώντας τα πρέπει των μεγάλων
κουρνιάστηκε στην αγκαλιά του χειμώνα 
που τόσο αγαπά.
Απόψε τα θολά φωτα των δρόμων
θα γίνουν πυγολαμπίδες άγριες
και θα χορέυουν με ρυθμό
τον χτύπο της καρδιάς του.
Απόψε ίσως οι άνθρωποι 
νιώσουν λιγάκι παραπάνω απο το κανονικό
κι αφησουν τις ντροπές 
στην άκρη του μυαλού τους.
Γιατί απόψε με κυριέυει μια γλυκιά τρέλα
και θέλω να νιώθω ό,τι αγγιζω
και να αγγίξω για να νιώσω.
Απόψε θέλω να βγούμε εξω
και να μαστουρωσουμε με μουσική
που θα ακούγεται στους δρομους.
Θέλω τα χέρια μας να βγαζουνε φωτιές
που θα καίνε τις αρνήσεις
τις προσποιήσεις
τα υποτιθέμενα πρότυπα
και τα ανούσια κενά.
Απόψε θα ρίξω αλκοόλ στην φωτιά
για να μην τολμήσει να σβήσει.
Απόψε η νύχτα θα΄ναι μεγάλη
και δε με νοιάζει αν θα μαι μόνη
η θα'χω εσένανε παρέα.
Γιατί απόψε πείτε σε όλους
πως δεν έκοψα τα νύχια του μυαλού μου
και θα σας γρατσουνάνε άγρια
βιάζοντας τα πρέπει και τα μη σας.
Μόλις η νύχτα πέσει
θα ξεράσω την φωτιά μου πάνω σας.
Το μολύβι μου καίει απόψε ρε φίλε
και χαράζει τα άψυχα και χωρίς αντοχές μυαλά μας 
σαν λευκά χαρτιά.
Πιστοποιητικά θανάτου μιας εποχής
που δε λέει να τελειώσει ρε διάολε, δε λέει να τελειώσει.
Και μεις δυο σταγόνες άρνησης
που επιπλέουν στο νερό σαν λάδι.
Εσεις οι επιφανειακοι να με φοβάστε.
Οι υπόλοιποι, δε θα'πρεπε.
Γιατί οι ιδέες δεν καίγονται..
Ούτε απόψε.
Ούτε ποτέ.

Dedication to a person, who is afraid of the crowds.

Πάει πια καιρός που τα παιδιά τρέχανε στις αυλές
και τσακίζανε τα γόνατα τους.
Παει πολυς καιρος ρε φιλε. Μου λείπει να βλέπω μπεταντίν και pulvo στην κουζίνα,
σε ένα ράφι, ακόμα και δίπλα απο φαγητά. 
Ηταν εκεί, για εύκολη προσβαση, γιατι ανα πάσα στιγμή χτυπούσαμε απο το ατέλειωτο παιχνίδι στις γειτονιές.
Κυνηγητό, τζαμί, αγαλματάκια, κρυφτό.
Ειδικά το κρυφτό. Αυτο το παιχνίδι βέβαια, το παίζουμε και μεγάλοι.
Απλα δεν είναι τόσο διασκεδαστικό.

Παλιά οταν μας βρίσκανε θυμώναμε, αλλα μετά γελούσαμε και γυρνούσαμε σπίτι.
Τωρα το κρυφτό είναι σπίτι μας. Κι αν βγεις απ'την κρυψώνα δεν γελάς. Ούτε τρέχεις.
Κι όταν αυτος που τα φυλάει σε βρει, γυρνάς στην κρυψώνα σου, αλλά δεν είναι πια το ίδιο.
Εχει μεταμορφωθεί στην πιο άσχημη φυλακή. 
Την πιο κλειστοφοβική, την πιο μουχλιασμένη, την πιο σάπια φυλακή.
Τι κι αν εχει χρώματα στους τοίχους, τι κι αν μερικές φορές ειναι ζεστή.
Η φυλακή είναι φυλακή και δεν αλλάζει.
Και δεν είναι οι τοίχοι φίλε μου που κάνουν την φυλακη.
Είναι η ιδέα του εγκλωβισμού στο ίδιο το μυαλό σου.
Οταν δεν το αφηνεις πια το γαμημενο να τρέχει σε λιβάδια της φαντασίας σου
και περιορίζεις ολα σου τα θέλω, τα πιστέυω, τα πάντα
τότε μετατρέπεται σ'αυτήν την ψυχρή φυλακη.
Το θέμα δεν είναι πως δεν μπορείς να βγεις.
Το θέμα είναι πως δεν ξέρεις οτι μπορείς να βγεις.
Αυτη η Αγνοια, είναι μια ατιμη πουτάνα, στο λεω.
Μείνε μακρια της γιατί θα σε πονέσει.
Πολέμα την με όπλα τα βιβλία σου.
Αυτα στην βιβλιοθήκη σου που σαπίζουν ένα ενα. 
Πολέμα την με γνώση. 
Οποιασδήποτε μορφης γνώση.
Ετσι μονο θα σαι ασφαλης.
Εστω και στην φυλακή σου.
Μπορεί να σου λέω πράγματα που ήδη ξέρεις, αλλα τι πειράζει να τα ξαναθυμηθείς;
Αλλωστε η επανάληψη είναι η μήτηρ της μαθήσεως.
Ετσι δεν μας λέγανε μικρούς;
Δεν μας είπανε όμως ότι ειναι και αδερφή της ανίας.
Εμενα μου το είπανε. 
Μα δεν αλλαξε κάτι. 
Είμαι χειρότερη γιατί ξέρω και δεν πράττω αναλόγως.
Τώρα ομως ξέρεις κι εσυ.

Θα θελα μια μέρα να λιώσω, όπως λιώνει το κερί στο γραφείο μου.
Και μετά μόλις κάποιος με σβησει, να ξαναπάρω άλλη μορφή.
Αλλα μη με βάλετε σε καλούπι αυτή τη φορά.
Απλα φυσήξτε με και χύστε με στο πάτωμα.
Κι εγώ θα τον βρώ τον δρόμο μου.
Μπορεί να με πατάς και να γλιστράς.
Μπορει να μ'ακουμπάς και να καίγεσαι.
Μπορει να με φοβάσαι.
Αλλα όταν θα κρύωσω θα μείνω αδρανής, και θα'σαι ασφαλής και πάλι.

Αδράνεια. Η Αδράνεια είναι μια άλλη κυρία.
Αδράνεια είναι η ταση των σωμάτων, να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε μεταβολή της κινητικης τους κατάστασης.
Ετσι μαθαίναμε στο λύκειο.
Την αδράνεια δεν μπορεις να την περιγράψεις με μια λέξη, όπως πχ "στασιμότητα".
Δίοτι η αδράνεια φίλε μου, είναι μια τάση.
Ειναι η τάση σου να μένεις ακίνητος.
Είναι το γεγονός οτι αντιστέκεσαι σε κάθε υποψία κίνησης με το φυλακισμένο σου μυαλό.
Είναι μια πουτάνα κι η αδράνεια.
Και την λέω πουτάνα γιατί την φοβάμαι.
Κι είναι ο μόνος τρόπος να μην της δίνω σημασία.
Ποιος δίνει σημασία στις πουτάνες αφτερ ολ;

Παραλογίζομαι και χάνω το μυαλό μου.
Το βλέπω να λιώνει σαν κερί μπροστά στα μούτρα μου.
Και μόλις κρυώσει το πιάνω και το σπάω και το μπήγω όπως όπως στο μεγάλο μου κεφάλι.
Και τα μάτια μου είναι αθλια καπάκια που δεν μπορούν να το κρατήσουν μέσα.
Κι όταν περπατάω, βλέπω σπασμένα κομμάτια μυαλου να πέφτουνε στον δρόμο.
Αλλα είμαι πολυ αδυναμη για να σκύψω να τα μάσω.

Είμαι απαθής και εγωίστρια και σου μιλάω μόνο για μένα.
Αλλα το ξέρω πως μερικές φορες ταυτίζεσαι κι εσύ.
Το ξέρω όχι γιατί μου το'πες.
Αλλα το βλέπω στα μάτια σου.
Τα μάτια σου είναι ξεκαυλωτα και κενα.
Καλωσήρθες στον κόσμο μου.
Μονο για μια φορά, αφησε με να μπω κι εγω στον δικό σου.
Αραξε λιγάκι μαζί μου και καυλωσε με το σπασμένο μου μυαλό.
Χωράμε εξάλλου.
Κι όταν θα ανακατευτούμε σαν λιωμένα διαφορετικά κεριά, δε θα με φοβάσαι.
Και δεν θα ξεχωρίζεις.
Και η φυλακή μου θα πάψει να ναι κλειστοφοβική.
Και θα πινουμε καφεδες στην φυλακη μου.
Και θα μου κρυβεσαι.
Κι εγω θα κανω πως δεν ξέρω που είσαι.
Και θα εμφανίζεσαι απο μόνος σου.
Γιατι θα θες να με αγγιξεις.
Γιατι δεν θα με φοβασαι πια.
Γιατι θα εισαι εγω, κι εγω θα μαι εσυ.
Και μετα ισως έρθουν κι αλλοι.
Και θα μεθύσουμε με καπνούς και ποιήματα.
Και θα τα σπάσουμε τα ντουβάρια του μυαλού μας.

Θα τα σπάσουμε τα γαμημένα.

Μεχρι τότε όμως, ξερεις τι είμαστε;
Υποκριτές είμαστε.
Οι χειρότεροι υποκριτές φίλε.
Γιατί λεμε πως είμαστε χαώδεις,
Γιατί φοράμε την κέρινη μάσκα μας, ακόμα και όταν είμαστε μονάχοι.
Γιατί τρεχουμε τάχα στους δρόμους και λέμε πως μαχόμαστε ότι είναι ενάντια στην Ελευθερία.
Ποιοι, εμεις. 
Εμεις οι φυλακισμένοι υποκριτές.
Η Ελευθερία όμως δεν είναι μια ακόμη πουτάνα.
Είναι μια Κυρια. Με Κ κεφαλαίο.
Και δεν πέφτει με τα βρώμικα σου λεφτά.
Πρόσεχε, γιατί αυτή η κυρία δεν πιάνεται.
Κι όταν θα θες να την βρεις, μπες μέσα σου.
Και ψαξτην.
Μόνο έτσι θα γίνει δική σου.

Με παράτησες μα εγώ τριγυρνώ ακόμα στα σοκάκια σου.
Και μαζευω τα δικά σου κομμάτια σπασμένου μυαλού.
Και τα παιρνω και τα λιώνω στους δρόμους της πυράς.
Κι επειτα τα χωνω σε καλούπια που μου γουστάρει.
Ετσι. Για να'χω να θυμάμαι.
Ετσι. Γιατί ολοκληρος μου προξενεις ανασφάλεια και φόβο.
Ετσι. Γιατί σε θέλω κομμάτια.

Η Ανία με επισκέφθηκε και πρέπει να της κάνω έρωτα.
Με πιάνεις;
Οχι;
Θα με πιάσεις, που θα παει.
Κι όταν με πιάσεις, η κέρινη μας μάσκα θα λιώσει.
Και θα δω το πρόσωπο σου.
Το αληθινό.
Το ξεγυμνωμένο.
Το λεύτερο.

Κι όλος ο κόσμος θα ανοίξει.

Μέχρι να ξαναγίνουμε κεριά.
Κεριά αψυχα που λιωνουν στα καλούπια τους.
Ξανά.
Και ξανά.
Μέχρι να τα φθείρει ο Χρόνος.
Μεγάλος πούστης ο χρόνος μάτια μου.
Να τον προσέχεις..




Οne of these days I will swallow the sun.

Αδειο ρε μαλακες το χαρτί. Αδειο και λευκό.

Σβήνω, γράφω, ξανασβήνω, ξαναγράφω. 
Ξανασβήνω, δε βάζω τόνους, ή τους βάζω όπου να'ναι.

Αδειο ρε φιλε το χαρτί. 
Βιάζω τις λέξεις μπας και βγουν οι καριόλες απο μέσα μου.
Αλλά δε βγαίνουν και τυραννιέμαι. 
Και τσιγάρο καπάκι σ'άλλο τσιγάρο.
Και πιώμα. Και πχιώμα.
Αδειο ρε γαμώτο το χαρτί.
Λευκό και σάπιο. Λευκό σαν πρόσωπο αρρώστου πριν πει την τελευταία του κουβέντα.
Και σάπιο γιατί ζορίζεται. Και γιατί το παράτησα.
Και γιατί το λερώνω εγώ στην τελική.
Και τί περίμενες; Καρδούλες και λουλούδια;
Και τετράγωνα σπιτάκια;
Οχι. Παρε δω μουτζούρωμα αγνό ρε φίλε. Βρωμιά αστείρευτη.
Αδειο το χαρτί ρε μάτια μου σήμερα.
Και θα'θελα τόσο πολύ να το γεμίσω.
Να σκίσω με το χέρι μου το δέρμα μου, να πάρω λίγη ψυχή και να την αφήσω πάνω στο αδειο μου χαρτί.
Τι κι αν πονέσω. Τι κι αν ματώσω. Αρκεί να πάρεις και συ λίγη.
Και προσπαθώ μάταια να συνδυάσω λογοτεχνικες τεχνικές με ωμές αλήθειες.
Για να κοροιδεύω εσένα και τον εαυτό μου.
Για να μας πείσω ότι προσφέρω τέχνη και όχι κάψιμο σε μορφή κειμένου.
Αλλα είσαι εξυπνος και δε ξεγελιέσαι ρε γαμώ.
Κι εγώ χαζή. Και ηλίθια. Και ευκολόπιστη.
Γιατί πιστεύω πως δε μου'χει μείνει τίποτα, ενω υπάρχουν τόσα πολλά.
Γιατι νομίζω πως κάθε φορά παρέα με το άδειο μου χαρτί οι νύχτες μεγαλώνουν.
Και γιατί έτσι, γιατί μπορώ, γιατί δε θέλω, γιατι ΟΧΙ.
Γιατί τώρα μισώ τα πάντα γύρω μου και μέσα μου και έξω μου και απο κάθε πιθανή γωνία.
Τράβα μια τζούρα από το τσιγάρο σου και πέσε με τα μούτρα στον καπνό μου, γιατί τώρα θέλω παρέα.
Και θέλεις δε θέλεις εγώ μοναχη μου δε μένω απόψε.
Μισώ όπως όλοι την κοροιδία, τη δηθενιά, τις μαλακίες χωρίς νόημα.
Απεχθάνομαι την υποκρισία, την ψευτιά κι άλλα τέτοια κλασσικά.
Αγαπάω τα τσιγάρα μου κι ας με σβήνουν όποτε τα σβήνω, κι αγαπώ και τα κεριά που μου κάνουνε παρέα με τη φωτιά και τ'αρώματα τους.
Μισώ τις μυρωδιές που αφήνουν πάνω μου άγνωστοι περαστικοί.
Αγαπώ την μυρωδιά των φίλων, την οικεία, την γνώριμη, την δικιά μας, την ωραία.
Θέλω να μυρίζω παντού καραμέλες και μπισκότα και καπνίλα και αρρώστια και σοκολάτες και αποσύνθεση και γλυκάνισο μαζι.
Μισώ τα βράδια που μ'αφήνετε μόνη μου και μισώ κι εκείνα που θέλω να μείνω μόνη και δε μ'αφήνετε.
Μισώ τη μουσική χωρίς αρμονία και τα δάχτυλα που βάζω χωρίς να σκέφτομαι κανέναν.
Αδειο ρε σεις το χαρτί. Κι ακόμα κι αν γύρισα σελίδα πάλι άδειο μου φαίνεται.

Κι αυτό το μισώ και τ'αγαπώ και το θέλω και το χρειάζομαι.
Μα το απεχθάνομαι ταυτόχρονα.

Και μπέρδεμα και σκέψεις.
Και μάχες με το μικρό μου το μυαλό.
Κι άμα δε γράψω για αυτά που μισώ, θα γύρίσουν μια μέρα και θα με φάνε ρε πούστη μου.
Και βαρέθηκα να τα κρατάω όλα μέσα μου και να ζορίζομαι μόνο εγώ, και να καίγομαι μόνη μου και να προσπαθώ χωρίς λόγο και να ψάχνω λόγους χωρίς να προσπαθώ.
Και εκεί που ξεκινάω να γράψω κάτι ομαλό κι ανθρωπινο, ερχεται κατι αλλο, φυσάει τον καπνό του πάνω στο άδειο μου χαρτί και τα διαγράφει όλα.
Δε με ρωτάς, δε με ρώτησες ποτέ σου μα εγώ έχω μια ηλίθια ανάγκη να σου δίνω απαντήσεις.
Μισώ τα μαθηματικά κι όμως τα χρειάζομαι, γιατι κάθε πρόβλημα θέλω να το λύνω, κι άμα δεν το λύνω με τρώει και με καίει και φωνάζει και δε μπορώ, το κεφάλι μου πονάει τόσο που το νιώθω στα άκρα μου, απο μέσα προς τα έξω κι από έξω προς τα μέσα, με τη σειρά, αρμονικά, βασανιστικά, βίαια και απαλά ταυτόχρονα, με τρόπο πρόστυχο με δυο πρέζες αθωότητας.
Κοιτάω τα χέρια μου κι είναι ματωμένα, σκασμένα από το κρύο και τσούζουν.
Κι όσο πατάω τα κουμπιά στο λάπτοπ πονάνε πιο πολύ.
Κι εγώ για κάποιον πανηλίθιο λόγο δε σταματάω.
Γιατί δεν τέλειωσα ακόμη, γιατί δεν είπα όσα ήθελα να πώ, γιατί κάθομαι κρυμμένη στα σκοτάδια κρυβοντας τον εαυτό μου, αυτον τον αληθινό, αυτόν που "δεν κανει" να δείτε.

Αυτόν που υπάρχει πίσω απο γέλια και μαλακίες και καφρίλες και βόλτες δίπλα στη θάλασσα.
Και κιθάρες και μπύρες και καυλες και ατέλειωτη προσποίηση μέχρι να αγγίξουμε λιγάκι το τίποτα.

Κι όταν συμβαίνει κάτι και είναι ενοχλητικό, το μπήγουμε όπως όπως μεσα σε ενα βαζάκι και κολλάμε ένα αυτοκόλλητο απ'όξω με τη λέξη "πρόβλημα".
Και μετα μασκαρευόμαστε με χημικές μπογιές στα μούτρα και όγκο στα μαλλιά
και φοράμε τα πιο καλά μας ρούχα
για να βγούμε να χορέψουμε τον χορό που μας τυχαίνει
χωρίς να ξέρουμε τα βήματα.
Και νομίζουμε τάχα πως ξεμπερδέψαμε.
Αυτα τα άψυχα βαζάκια όμως ρε διάολε το βράδυ που κοιμάμαι ζωντανεύουν και χορέυουν στην κουζίνα μου.
Μέχρι να σπάσουν και να λευτερωθούν.

Η ύπαρξη είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.
Οι μέρες είναι μεμονομένες μάχες.
Αλλες φορές βγαίνεις νικητής και κοιτάς με καύλα την απεραντοσύνη απο το κάστρο σου.
Αλλες φορές λαβώνεσαι, αλλά σε σώζουν όπως όπως οι στρατιώτες σου.
Αλλες φορές χάνεις.
Κι εγώ απόψε έχασα.

Λευτεριά στα βαζάκια.
Κι ας πέσουν. 
Κι ας σπάσουν. 
Κι ας γεμίζουν με γυαλιά το πόδια μου.
Γιατί η ηλίθια πάλι ξέχασα να βάλω καλτσες
.


Η ώρα πέρασε.
Κι όμως άδειο έιναι ακόμα ρε φίλε το χαρτί.
Απλά λίγο μουτζουρωμένο.
Κι άσχημο.
Αλλά είναι δικό μου.
Ολόδικό μου.