Οne of these days I will swallow the sun.

Αδειο ρε μαλακες το χαρτί. Αδειο και λευκό.

Σβήνω, γράφω, ξανασβήνω, ξαναγράφω. 
Ξανασβήνω, δε βάζω τόνους, ή τους βάζω όπου να'ναι.

Αδειο ρε φιλε το χαρτί. 
Βιάζω τις λέξεις μπας και βγουν οι καριόλες απο μέσα μου.
Αλλά δε βγαίνουν και τυραννιέμαι. 
Και τσιγάρο καπάκι σ'άλλο τσιγάρο.
Και πιώμα. Και πχιώμα.
Αδειο ρε γαμώτο το χαρτί.
Λευκό και σάπιο. Λευκό σαν πρόσωπο αρρώστου πριν πει την τελευταία του κουβέντα.
Και σάπιο γιατί ζορίζεται. Και γιατί το παράτησα.
Και γιατί το λερώνω εγώ στην τελική.
Και τί περίμενες; Καρδούλες και λουλούδια;
Και τετράγωνα σπιτάκια;
Οχι. Παρε δω μουτζούρωμα αγνό ρε φίλε. Βρωμιά αστείρευτη.
Αδειο το χαρτί ρε μάτια μου σήμερα.
Και θα'θελα τόσο πολύ να το γεμίσω.
Να σκίσω με το χέρι μου το δέρμα μου, να πάρω λίγη ψυχή και να την αφήσω πάνω στο αδειο μου χαρτί.
Τι κι αν πονέσω. Τι κι αν ματώσω. Αρκεί να πάρεις και συ λίγη.
Και προσπαθώ μάταια να συνδυάσω λογοτεχνικες τεχνικές με ωμές αλήθειες.
Για να κοροιδεύω εσένα και τον εαυτό μου.
Για να μας πείσω ότι προσφέρω τέχνη και όχι κάψιμο σε μορφή κειμένου.
Αλλα είσαι εξυπνος και δε ξεγελιέσαι ρε γαμώ.
Κι εγώ χαζή. Και ηλίθια. Και ευκολόπιστη.
Γιατί πιστεύω πως δε μου'χει μείνει τίποτα, ενω υπάρχουν τόσα πολλά.
Γιατι νομίζω πως κάθε φορά παρέα με το άδειο μου χαρτί οι νύχτες μεγαλώνουν.
Και γιατί έτσι, γιατί μπορώ, γιατί δε θέλω, γιατι ΟΧΙ.
Γιατί τώρα μισώ τα πάντα γύρω μου και μέσα μου και έξω μου και απο κάθε πιθανή γωνία.
Τράβα μια τζούρα από το τσιγάρο σου και πέσε με τα μούτρα στον καπνό μου, γιατί τώρα θέλω παρέα.
Και θέλεις δε θέλεις εγώ μοναχη μου δε μένω απόψε.
Μισώ όπως όλοι την κοροιδία, τη δηθενιά, τις μαλακίες χωρίς νόημα.
Απεχθάνομαι την υποκρισία, την ψευτιά κι άλλα τέτοια κλασσικά.
Αγαπάω τα τσιγάρα μου κι ας με σβήνουν όποτε τα σβήνω, κι αγαπώ και τα κεριά που μου κάνουνε παρέα με τη φωτιά και τ'αρώματα τους.
Μισώ τις μυρωδιές που αφήνουν πάνω μου άγνωστοι περαστικοί.
Αγαπώ την μυρωδιά των φίλων, την οικεία, την γνώριμη, την δικιά μας, την ωραία.
Θέλω να μυρίζω παντού καραμέλες και μπισκότα και καπνίλα και αρρώστια και σοκολάτες και αποσύνθεση και γλυκάνισο μαζι.
Μισώ τα βράδια που μ'αφήνετε μόνη μου και μισώ κι εκείνα που θέλω να μείνω μόνη και δε μ'αφήνετε.
Μισώ τη μουσική χωρίς αρμονία και τα δάχτυλα που βάζω χωρίς να σκέφτομαι κανέναν.
Αδειο ρε σεις το χαρτί. Κι ακόμα κι αν γύρισα σελίδα πάλι άδειο μου φαίνεται.

Κι αυτό το μισώ και τ'αγαπώ και το θέλω και το χρειάζομαι.
Μα το απεχθάνομαι ταυτόχρονα.

Και μπέρδεμα και σκέψεις.
Και μάχες με το μικρό μου το μυαλό.
Κι άμα δε γράψω για αυτά που μισώ, θα γύρίσουν μια μέρα και θα με φάνε ρε πούστη μου.
Και βαρέθηκα να τα κρατάω όλα μέσα μου και να ζορίζομαι μόνο εγώ, και να καίγομαι μόνη μου και να προσπαθώ χωρίς λόγο και να ψάχνω λόγους χωρίς να προσπαθώ.
Και εκεί που ξεκινάω να γράψω κάτι ομαλό κι ανθρωπινο, ερχεται κατι αλλο, φυσάει τον καπνό του πάνω στο άδειο μου χαρτί και τα διαγράφει όλα.
Δε με ρωτάς, δε με ρώτησες ποτέ σου μα εγώ έχω μια ηλίθια ανάγκη να σου δίνω απαντήσεις.
Μισώ τα μαθηματικά κι όμως τα χρειάζομαι, γιατι κάθε πρόβλημα θέλω να το λύνω, κι άμα δεν το λύνω με τρώει και με καίει και φωνάζει και δε μπορώ, το κεφάλι μου πονάει τόσο που το νιώθω στα άκρα μου, απο μέσα προς τα έξω κι από έξω προς τα μέσα, με τη σειρά, αρμονικά, βασανιστικά, βίαια και απαλά ταυτόχρονα, με τρόπο πρόστυχο με δυο πρέζες αθωότητας.
Κοιτάω τα χέρια μου κι είναι ματωμένα, σκασμένα από το κρύο και τσούζουν.
Κι όσο πατάω τα κουμπιά στο λάπτοπ πονάνε πιο πολύ.
Κι εγώ για κάποιον πανηλίθιο λόγο δε σταματάω.
Γιατί δεν τέλειωσα ακόμη, γιατί δεν είπα όσα ήθελα να πώ, γιατί κάθομαι κρυμμένη στα σκοτάδια κρυβοντας τον εαυτό μου, αυτον τον αληθινό, αυτόν που "δεν κανει" να δείτε.

Αυτόν που υπάρχει πίσω απο γέλια και μαλακίες και καφρίλες και βόλτες δίπλα στη θάλασσα.
Και κιθάρες και μπύρες και καυλες και ατέλειωτη προσποίηση μέχρι να αγγίξουμε λιγάκι το τίποτα.

Κι όταν συμβαίνει κάτι και είναι ενοχλητικό, το μπήγουμε όπως όπως μεσα σε ενα βαζάκι και κολλάμε ένα αυτοκόλλητο απ'όξω με τη λέξη "πρόβλημα".
Και μετα μασκαρευόμαστε με χημικές μπογιές στα μούτρα και όγκο στα μαλλιά
και φοράμε τα πιο καλά μας ρούχα
για να βγούμε να χορέψουμε τον χορό που μας τυχαίνει
χωρίς να ξέρουμε τα βήματα.
Και νομίζουμε τάχα πως ξεμπερδέψαμε.
Αυτα τα άψυχα βαζάκια όμως ρε διάολε το βράδυ που κοιμάμαι ζωντανεύουν και χορέυουν στην κουζίνα μου.
Μέχρι να σπάσουν και να λευτερωθούν.

Η ύπαρξη είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.
Οι μέρες είναι μεμονομένες μάχες.
Αλλες φορές βγαίνεις νικητής και κοιτάς με καύλα την απεραντοσύνη απο το κάστρο σου.
Αλλες φορές λαβώνεσαι, αλλά σε σώζουν όπως όπως οι στρατιώτες σου.
Αλλες φορές χάνεις.
Κι εγώ απόψε έχασα.

Λευτεριά στα βαζάκια.
Κι ας πέσουν. 
Κι ας σπάσουν. 
Κι ας γεμίζουν με γυαλιά το πόδια μου.
Γιατί η ηλίθια πάλι ξέχασα να βάλω καλτσες
.


Η ώρα πέρασε.
Κι όμως άδειο έιναι ακόμα ρε φίλε το χαρτί.
Απλά λίγο μουτζουρωμένο.
Κι άσχημο.
Αλλά είναι δικό μου.
Ολόδικό μου.

ATTENTION: Overthinking WILL drive you insane

Θα έρθει η μέρα ρε φίλε που θα ξυπνήσεις στις 7:00 το πρωί, θα πας στον καθρέφτη του σπιτιού σου και θα κοιταχτείς. Καθώς θα πλένεσαι, θα ακουμπήσεις τις ρυτίδες σου αμήχανα, θα βουρτσίσεις τα δόντια σου μηχανικά και θα αποφασίσεις να μην πας για δουλειά. 
Ισως να είσαι παντρεμένος τότε, ίσως να'χεις σπείρει και δυο παιδιά στα τόσα χρόνια της ζωής σου, ίσως να χεις ένα όμορφο σπίτι στην επαρχία.. ίσως και όχι.
Οπως και να'σαι, αυτή η μέρα θα έρθει. Και τότε θα κοιτάξεις πίσω. Πισω στο χρόνο, πίσω στις αναμνήσεις σου -καλές ή κακές- , πίσω στην ζωη που έζησες, όπως αποφάσισες να την ζήσεις ρε αδερφέ.

Πάρε μια μπύρα απ'το ψυγείο, στρίψε ένα τσιγάρο μάγκικο και κάνε μου παρέα καθώς αραδιάζω τις σκέψεις μου εδώ μεσα ναουμ.

Αυτό το τσιγάρο σήμερα δεν καπνίζεται εύκολα. Με βαριά καρδιά το ρουφάω. Το ζορίζω αλλά δεν με θέλει. Ή με θέλει πολύ, για αυτό αργεί να τελειώσει στο στόμα μου. Ποιος να ξέρει.
Ενα συγκεκριμένο τραγούδι παίζει σε λούπα απο το μεσημέρι, αλλά εγώ δεν το βαριέμαι. Κι ούτε νομιζω πως θα το βαρεθώ. Θα μείνω μαζί του, μέχρι το ξημέρωμα.
Θα'ρθει λοιπον εκείνη η μέρα που θα κανεις αυτο που λεμε απολογισμο της ζωης σου. Εχεις σκεφτει ποτε τι θες να εχεις κανει; Εγω οχι. Κι ουτε θελω να σου πω και την αληθεια μου. Γιατι αυτο που προκαλει την στεναχωρια, είναι το να μην πετυχαινεις αυτα που θελεις ρε φιλε. Αν δεν εχεις στόχους σοβαρους, θα είσαι μια χαρά με ό,τι καταφέρεις να κάνεις. 

Μερικοί λένε ότι σημασία έχει η προσπάθεια. Αλλοι έρχονται και αντικρούουν λέγοντας πως το θέμα είναι το αποτέλεσμα. Κι έρχομαι κι εγω σαν τον δικηγόρο του διαβόλου να σου πω οτι τιποτα απο αυτα δεν ισχύει. Ετσι απλα ρε συ. Ναι ενταξει, δεν λεω, να προσπαθεις, αλλα πόσο; Πόσο να αντέξεις προσπαθώντας για κάτι που είναι μάταιο; Και όσο για το αποτέλεσμα, μπορει να'ναι αυτο που ήθελες, δε λεω. Αλλα πόσους πήρες στον λαιμό σου μέχρι να το πετύχεις;
Αυτα τα σημασία έχει η προσπάθεια τα λένε κάποιοι που γεννηθήκανε χαμένοι. Ολα εδω πάνω ρε φιλαρακι είναι ένα παιχνίδι. Τωρα, καλοστημένο ή μη, δε μας ενδιαφέρει. Σημασία έχει οτι είναι παιχνίδι. Και τα παιχνίδια όταν δεν τα κερδίζεις σε τσούζουν. Το ξέρω, το ξέρεις και το ξέρουμε και όλοι. Ετσι μας μαθανε απο μωρά στην τελική.

Ανασκουμπώσου στην καρέκλα σου και δώσε λίγο βάση.

Μην περιμένεις να σου πω όμορφα πράγματα. Μην περιμένεις να με πετύχεις σε χαρούμενες εκδηλώσεις και οπτιμιστικά κείμενα. Αν θέλεις να με βρεις, ψάξε στην σαπίλα και την ασχήμια.. και ακόμα παραπέρα. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω. Είμαι πολλά πράματα κι έχω καταντήσει να είμαι άλλα τόσα. Μα το μόνο που δεν είμαι: ΑΝΥΠΟΜΟΝΗ. Με κεφαλαία γράμματα.
Εχω υπομονή όσο δεν πάει φίλε. Κι αυτό μπορεί να μου χαλάει τα πάντα, αλλά έτσι είμαι εγω, δεν αλλαζει ο ανθρωπος εύκολα.
Θα περιμένω και θα υπομένω γιατι το πείσμα μου μπορεί να ξεσκίσει και την πιο φωτεινή σου ελπίδα. Μπορεί να σε στήσει σε μια γωνιά και να ρουφήξει ότι σου έχει απομείνει. Κι απόψε ρε διάολε νιώθω μια δύναμη τοσο μεγάλη, που φοβάμαι να αναπνέυσω γρήγορα, μην πνιγώ μέσα της. 
Οι αποφάσεις πάρθηκαν, the lines are drawn, η στιγμή ήρθε, πες το όπως στο μπούτσο θέλεις. Αλλα ρε γαμώ, ΗΡΘΕ που να παρει η ευχή. Βριζω και μπορεί να σε ενοχλεί. Αλλα σου είπα, μην με ψάξεις πίσω από ομορφα και καμουφλαρισμένα λόγια.

Οταν σου κανουν κακο, μην κάνεις το ίδιο. Οργίσου και οπλίσου με τη δυναμη της εκδίκησης, αλλά κοίτα να μην τους πληρώσεις με το ίδιο νόμισμα. 
Κοίτα γύρω σου λίγο και νιώσε.
Υπάρχουν φωνές και σιωπές που κλαίνε για βοήθεια.
Μαθε να μπορείς να τις ακούς και να πράττεις. Απο λόγια χορτάσαμε, είναι γεγονός.
Ακούγομαι σαν ξεπεσμένη χριστιανή χίπισσα, αλλα ρε γαμώ την αμαρτία μου μη κάνεις πως δε βλέπεις. Μην προσποιείσαι ότι δεν ακούς. Αγάπα ρε μαλάκα με όλη σου την δύναμη. Οχι απαραίτητα πρόσωπα, αλλα την φύση, ενα τσιγαρο, ενα τραγούδι, μια τυχαια συνάντηση. Αγάπα τα όλα.
Κι όταν θα σκάσεις απο αγάπη και θα θες εκδίκηση, φίλα ότι σε πόνεσε με πάθος και παράτα το πίσω σου. Δεν έχει άλλη θέση ο πόνος στη ζωή μας. Μας έχει ήδη στριμώξει.
Και εγώ οταν θα μεγαλώσω και θα κοιτάξω πίσω, δε θα κρίνω ούτε απο την προσπάθεια ούτε από το αποτέλεσμα. Θα κρίνω απο το τι αφησα πίσω μου. 
Κι αυτό που θα έχω αφήσει, δε θελω ούτε να να΄ναι όμορφο, μα ούτε κι άσχημο. Θελω μοναχά να 'χει βοηθήσει μια άλλη ψυχη σ'αυτον τον κόσμο. Και θέλω τουτη η γαμημένη ρυτίδα στο μέτωπο μου να ναι απο την πολλή την έκφραση.
Κι αυτές οι δυο ρυτίδες δίπλα στα χείλη να ναι απο ένα αέναο χαμόγελο που μου ζωγράφισε ένας περαστικός. Κι ας μην έμεινε αρκετά να το χαρεί..
Εχω πεσει θύμα της αντίφασης, αλλα τελευταία οι διαφορές μεταξύ αντίθετων πραγμάτων μου φαίνονται σχεδόν ανύπαρκτες.
Σου δίνω το είναι μου ωμό, τις σκέψεις μου ατόφιες και διόλου δε με νοιάζει. Σου χαρίζομαι σε μια ανύποπτη στιγμή, χωρίς να πάρω τίποτα γι'αντάλλαγμα. Μόνο πρόσεχε και μην μπερδεύεσαι:
Δε με χαρίζω απο δω κι απο κει τζάμπα. Με μοιράζω ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΤΙΜΟ.
Κι έχει διαφορά μεγάλε.
Στρίψε άλλο ένα τσιγάρο, και στρίψε μου και μένα ένα ακόμη. 
Και εγώ, αγαπητέ αναγνώστη, θα σου στρίβω όταν δε θα χεις ή όταν δεν θα μπορείς. Υπόσχομαι.
Κι αυτό το κομμάτι απόψε μας το χαρίζω. 


...but I need me more than I want you.


Θελω να έρχομαι να σε βλέπω και όταν είναι η ώρα να φύγω, να στεναχωριέμαι λες και μου είπες πως πεθαίνεις.
Θελω να σε κοιτάζω και να ερωτεύομαι το είναι σου σε κάθε ματιά.
Θελω να σε κοροιδεύω όταν φοράς γυαλιά, και να σε κακοσχολιάζω για το πως περπατάς και το πώς στριβεις τσιγάρα.
Θελω όταν περπατάμε να μου κρατάς το χέρι και εγω να μην ξέρω αν θελω να γελάσω με όλη μου τη δύναμη, η να κλάψω απο την συγκίνηση.
Θελω να σου δηλώνω πως έρχομαι σπίτι σου, και εσυ ρε γαμώτο να μου λες "ελα".
Θέλω να την πίνουμε μαζί και να σε βλέπω να κανεις μαλακίες.
Θελω να ξυπνάω για να σε χαζεύω όταν παίζεις κιθάρα.
Θελω να κάθομαι στον καναπέ σου και να έρχεσαι δίπλα μου.
Και να με πειράζεις και να με ακουμπας και να χαμογελάω σαν 5χρονο.
Θελω να σου ανοίγω την ψυχή μου, κι ας μου την πηδάς κάθε φορά.
Θελω να είσαι δίπλα μου και να ακουμπάνε τα μπούτια μας καθώς κοιτάμε τη θαλασσα.
Σε θέλω σε πάρτυ, σε καταληψεις, σε πορείες, γιατι το βράδυ μ'αρέσεις περισσότερο.
Θελω να τις ζηλευω όλες κι ας λες οτι δεν υπαρχει λόγος.
Θελω να με πονας καταλάθος (ή και όχι).
Θέλω να μου τραγουδάς, κι ας μη μ'αρεσει η φωνη σου.
Θελω να σε κοιτάω κι ας μην είσαι όμορφος.
Θέλω να βλέπουμε μαζί GOT τρώγοντας.
Θέλω να μαλώνουμε για απλά πράγματα, μόνο και μόνο για να την βρίσκουμε μετά.
Θελω να σε βλέπω πιο συχνά, γιατί όταν δε σε βλέπω καίγομαι.
Θέλω να κάνεις επιτέλους κάτι, γιατί βαρέθηκα να προσπαθώ.
Δεν θέλω να είμαι για σένα, ότι είναι πολλοί τύποι για μένα.
Θέλω να σε αγγίζω με κάθε ευκαιρία.
Θέλω να με αγγίζεις και να ματώνω.
Θέλω να ακούμε πανκ και να καφριλίζουμε.
Θελω στο 10ήμερο να με κοιτάς και να μην κάθεσαι ενα χιλιόμετρο απέναντι.
Θελω να σπάω ρετσίνες μέσα στο σπίτι σου.
Θελω να είμαι σπίτι σου.
Θελω να γαμάω το σπίτι σου και να το κανουμε ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ.
Θέλω να ζήσω αλλη μια νυχτα, για να σε νιώσω μεσα μου.
Θέλω να με ξέρουν οι φίλοι σου.
Θέλω να μπορώ να σε φιλάω στα μπαρ, κι ας μη το κάνω.
Θέλω να σε μαλώνω και να με μαλώνεις.
Θελω να μου μιλάς, ακόμα κι αν με βρίζεις.
Θέλω να μυρίζω το αρωμά σου πανω μου.
Θέλω να πλένομαι με το σαμπουάν σου.
Σε θέλω σε λιμάνια, σε κήπους, στους δρόμους και σε πάρκα.
Θέλω ατέλειωτες βόλτες κι ας κουράζεσαι γαμώ.
Πολλά θέλω. Είναι κι άλλα τόσα που δεν θέλω.
Μα πιο πολυ από όλα ρε διάολε, θα'θελα να μπορω να σε φιλάω, χωρις περιορισμους, χωρις συζητησεις που με κανουν να κλαιω, χωρις εκνευρισμους. Ετσι. Απλα ομορφα ατακτα και χωρις ταυτότητα.
Θα ήθελα τέλος να μη χρειαζόταν να μου λείψεις ποτέ.
Θα ήθελα να ξυπνήσω και να αρχίσω την απεξάρτηση.
Δεν σ'αγαπάω, κι ούτε σ'αγάπησα ποτέ μου.

Μα είμαι εξαρτημένη ρε διάολε.
Κι απόψε μου λείπεις.
Απο αύριο, δε θα με νοιάζει.
Εσένα όμως να σε νοιάζει.




not worth being written

Απόγευμα και κρύο. 
Και επιτέλους μπορούμε να πούμε ρε αδερφέ ότι έφτασε ο χειμώνας στην Θεσσαλονίκη. Εδώ, στην εκπνοή του Νοέμβρη, δεν υπάρχει πια κόσμος στον λευκό τον πύργο.
Και ξαναξεκινώ να γράφω κάτι αφού πήρα αφορμή από κάτι άσχετο (όπως πάντα θα μου πεις και δίκιο θα χεις).
Ας αρχίσω με μια περιγραφή, για να καταλάβεις τις συνθήκες ρε φίλε.
Μικρό δωματιάκι το σπίτι μου. Ο απέναντι τοίχος κατακόκκινος, σαν αίμα, ο απο πίσω τοίχος μαυρος, σαν την ψυχή μου. Οι παρομοιώσεις με μάραναν ρε διάολε..
Ενα μικρό γραφείο με ενα αργόσυρτο λαπτοπάκι του 2007 είναι η παρέα μου. 
Στην κούπα μου πάντα καφές, όλη μέρα καφές, αδειαζει, τον γεμιζω και πάει λεγοντας.
Και τσιγάρα. Που συνέχεια τελειώνουν. Προτιμω να μην τρώω για να καπνίζω ρε γαμω.
Ενα λαμπατέρ αρχαίο, με γλυκό φως, για να μην κουράζονται τα μάτια μου.
Ατέλειωτες συζητήσεις μεσω υπολογιστή που εν τέλει, είτε έχουν είτε δεν έχουν νόημα, δεν ξέρω ακόμα.
Και ξέρεις γιατι ρε αδερφέ; Γιατί φοβάμαι να βγω εξω και να συζητάω πρόσωπο με πρόσωπο.
Γιατι είμαι μια δειλή, πάντα ήμουν.
Προτιμώ το απροσωπο με ατομα δίχως πρόσωπο.
Βγαινω μια βολτα, ισα ισα να παρω μια γευση απο τον εξω κοσμο. 
Ενα κακο υφος ζωγραφισμένο στο λευκό πρόσωπο μου για να μη με πλησιάσει κανεις.
Κι επειτα γυρνω πισω στην σπηλια μου, στην ασφάλεια και την ανασφάλεια μου. Εδω, στους τέσσερις τοίχους.
Κι όταν ερχόμαστε στις προσωπικές σχέσεις, μόνο να κατηγορώ ξέρω.
Ναι υπήρξαν πολλα σκάρτα άτομα στη ζωή μου. Ναι μου κανανε κακο, και ψυχικα και φυσικα.
Αλλα ποτέ δεν έψαξα να βρω το που εφταιξα εγω. Τους μαλακες τους επιτρέπεις να σε γαμησουν, δεν το κανουνε απο μόνοι τους. Καπου φταις κι εσυ ρε Μαριαννουλα να πούμε.
Αλλα οχι, δεν τα ψαχνω ποτέ. Γιατί έτσι συνεχίζω να ζω στην αλυσίδα μου ρε φίλε. Σεημ ολντ στόρυ.
Ο μαλακας σου βιάζει την καρδια, εσυ κλαις, συνεχιζεις να κλαις, μια ζωη κλαις, μεχρι να βρεις αλλον μαλακα να σε κανει να κλαις, γιατι κλαμενη σου δινουνε σημασια, γιατι εχει μια ομορφια η στεναχώρια, γιατι η μελαγχολία που έχεις αρέσει, αρέσει και θελουν να σε αγγιξουν, προσπαθουν να σε φτιάξουν, αλλα δεν τους αφήνεις. Πες το φαυλο κυκλο αν θες, πες το μαλακια στον εγκεφαλο. Εγω προτιμώ να το λέω αλυσίδα. Γιατί μπορώ. Γιατι μ'αρεσει σαν λεξη στην τελική.
Και φτάσαμε πάλι να μιλαω για μενα. Λες κι αλλος κοσμος δεν υπαρχει. Λες και δεν μας σκοτώνουν αργά, λες και ζουμε σε ωραίες εποχές.
Αλλα ρε αδερφέ τι να κανω. Εμενα προσπαθω να καταλαβω, εμένα ξέρω τόσα χρόνια, εμενα αναλύω.
Και οταν περνάει ο καιρος γυρνάω στο μπλογκάκι μου και βλέπω πως ημουν. Συγκρίνω. Μπορει να με διαβαζεις και να ταυτίζεσαι. Μπορει να με βαριέσαι και να πηδάς σειρες. Μην ντρέπεσαι, κι εγώ το κάνω, ακόμα και στα δικα μου κείμενα.
Και αν περιμένεις να βγάλεις ακρη η να χαρεις με αυτα που γράφω, στο χω ξαναπεί, καλύτερα να φύγεις.
Ετσι ειναι οι αληθειες. Αλλες φορες πονάνε, αλλες φορες ειναι στενάχωρες και βαρετές, αλλες φορες σε κάνουν να σκας χαμόγελα σε μια οθόνη. Χαμόγελα χωρίς αποδέκτη.
Και ξυπνάς μια όμορφη μέρα και αντι να βγεις να χαρείς τον τέλειο χειμωνιάτικο ήλιο, του κλείνεις το παντζούρι στα μούτρα του κυρίου, και καθεσαι μεσα και καίγεσαι ρε μάτια μου. Γιατί;
Και αγαπας κι αγαπιέσαι με οτι καταστρέφεις και σε καταστρέφει. Παλι θα ρωτήσω γιατί. Ολοι αυτο δε ρωτάμε στην τελική; Δεν ειμαι τοσο διαφορετική όσο νόμιζα.
Ενα πλάσμα φιλοκατάθλιψης είμαι, χωρίς κατάθλιψη. Βγαινω εξω, παιρνω λιγη ζωη απο τον κόσμο, αλλα όχι παραπάνω, ποτέ παραπάνω, ίσα ίσα για να βγάλω την νύχτα που τοσο ισχυρίζομαι πως αγαπώ.
Στην πραγματικότητα θα'θελα κι εγω να ζήσω την μέρα και να μην κρύβομαι πίσω απο έναν τονο ρουχα και σε σκοτάδια.
Θα θελα να βγαίνω στον ήλιο, μαζι σου αγνωστε, να σε κρατήσω χέρι χέρι και να σου δωσω το τσιγάρο μου. Και όταν δε θα χω τι αλλο να πω, να κοιταζω τα μωβ μαλλιά μου στον ήλιο, γιατι ειναι πανεμορφα στο φως, γιατι τα βλεπω και γελάω, γιατι μ'αρεσει, μ'αρεσει και το ξέρω. 
Ομως δεν το κανω.
Βαρεθηκα. Με βαρεθηκα, σε βαρεθηκα, με κουρασα και σε κουράζω.
Ισως να ηρθε η ώρα για αποφάσεις που καθυστερώ επίτηδες.
Είτε θα βουλιάξω σιγά σιγά, μαζεύοντας τα πραγματα μου ένα ένα σε μια βαλίτσα, αφήνοντας οτι θελω να δουν, κρύβοντας τα υπόλοιπα, για να με θυμούνται όπως πρέπει και θα φύγω κυρία, αξιοπρεπέστατα χωρίς πολλά πολλά, είτε θα την παρω την γαμημενη την αποφαση να ζησω και θα σας αφήσω όλους πίσω μου. Ολους. Μονη και νεα αρχη, νεα ζωη, και αλλες τετοιες αισιόδοξες μαλακίες που μου πιπιλάνε το μυαλό κάθε φορά που ξυπνώ.
Και εγω μπορει να βαρεθηκα, αλλα εσυ μη βαριέσαι ρε γαμω, γιατι αμα δε βαριεσαι μπορεί κατι να προλαβω να κλέψω απο την ζωη σου, κάτι μικρο, τοσο δα, λίγο, για να βγαλω κι αποψε την νύχτα.
Κουραστηκα και δεν βγαινει τιποτα καλο για σημερα.
Αλλα δε γαμιέται; 
Εσυ διαβαζε να με μαθαίνεις. Ισως σου χρειαστώ κάποτε.
Και θα κλείσω με ενα κομμάτι καλό. Για τέτοιες ώρες.




Ушьфыеую

Είμαστε ενα ορμητικο κύμα
που ξέρασε στα τσιμέντα ο Θερμαικός
και δεν τον ένοιαξε τι θ'απογίνει.
Είμαστε μια σπασμένη χορδή κιθάρας
σε παρέα βουνίσιων χίπηδων
παρεά με καπνούς.
Είμαστε τα ξωτικα της νυχτας
που τρομάζουν παιδια στον ύπνο τους
και μετα τ'αγκαλιάζουν ν'αποκοιμηθούν.
Είμαστε ενάντια σε οτι παρασύρει πονηρά τα συναισθήματα
τα κλείνει σε εικονικά κελιά
κι έπειτα τα ξεπουλάει στον πρώτο τυχόντα.
Ειμαστε η οργη των μεγάλων 
που δεν μας καταλαβανε ποτέ.
Τυχαία αγγίγματα και σκουντιές στον δρόμο είμαστε.
Βλέμματα που μαρτυράνε πως η μοναξια δεν ειπε ακόμα
την στερνή της την κουβέντα.
Είμαστε η μελωδία που βγαίνει απο πλανώδιους μουσικούς 
στην καρδιά του φθινοπώρου.
Είμαστε οι σταγόνες της βροχής 
που βιάζουν αλύπητα τα παράθυρα σας.
Είμαστε τα ηλίθια σας σχέδια
και θα γίνουμε τροφή για αδάμαστη σκέψη.
Θα τριγυρνάμε στους δρομους με το φως του φεγγαριού
και θα πηδάμε την αγρια σιωπη σας ουρλιάζοντας.
Θα την πηδάμε ρε, ακούτε;
Θα την πηδαμε και θα της κάνουμε παιδιά
που θα ταίζουν τα όνειρα μας
Σκεφτόμαστε άτακτα και ανορθόγραφα.
Μα διόλου δε μας νοιάζει.
Είμαστε.. είμαστε.
Πολλά είμαστε αδερφέ μου.
Και τα μυαλά μας καταντησαν φυλακες σκέψεων
χωρις διαφυγή σε όμορφα ταξίδια.
Ενα μονάχα ξέρω:
πως δεν είμαστε μονάχοι

.