410_reject

Κάτι τέτοιες ώρες σε σκέφτομαι
και μεθάω με την καύλα στα μάτια σου
με τις σταγόνες νερού πάνω στα χείλη σου
με την όρεξη σου για ζωή μέσα στο μαύρο
κάτι τέτοιες ώρες μου λείπεις
μα θα' θελα ο πόθος μου για σένα
να έσβηνε την κάψα μου γι'απάθεια
και την ανάγκη του να έχω επιλογή.
Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
διαλέγω τη μοναξιά
διότι τίποτα δεν κατάφερε ακόμα να την πνίξει·
μαζί σου είμαι μόνη με τις φοβίες μου
μαζί μου -απλά- μόνη.

Ναι μη με ρωτάς, σ'αγαπάω
μα δε γουστάρω πια να με φοβάμαι
κι έτσι σε χάνω στα στιχάκια μου
για να μπορώ να σε ψάχνω τα βράδια στον καπνό μου
ναι, σ'αγαπάω και το ξέρεις
αλλά η σκέψη σου είναι αδρανής
και με κρατάει πίσω
και πάνω απ'όλα δεν αρκεί 
για να γεμίζει με ζωή 
το άδειο μου χαρτί

Έρωτας μωρό μου, είναι η εκφυλισμένη επανάσταση
κι επανάσταση είναι ο εξιδανικευμένος έρωτας.
Δυο αέναοι κύκλοι, χωρίς αρχή και τέλος.
Και κάπου στη μέση τους εμείς
να αναρωτιόμαστε αν πριν τον θάνατο
προφτάσαμε να αγγίξουμε
να χορέψουμε
να κλάψουμε
να φιλήσουμε.

Ναι μωρό μου, σ'αγαπάω·
και κλείνομαι σε κενές σελίδες και κενά κελιά
μα αυτά τα γαμημένα τα κενά 
ποτέ δε γέμισαν μ'ανθρώπους

Περί μΕΘΙΣΜΟΥ.

Υπάρχουν φορές που "βγαίνω απ'τα παπούτσια μου" και υπερυψώνομαι στο ταβάνι σαν το κοριτσάκι του Εξορκιστή. Μόνο που όταν ο άλλος εαυτός μου με κοιτάζει απο κάτω, δεν τρομάζω και όταν συμβαίνει αυτό, ο ταβανίσιος εαυτός μου είναι μπρούμυτα για να μπορούμε να κάνουμε decent συζήτηση. Και μιλάμε πολύ ρε φίλε. Ερωτήσεις, απαντήσεις, δηλώσεις και διάφορα τέτοια σκηνικά. Μου κερνάω καφέ, μου χαρίζω κοπλιμέντα, μου κάνω κήρυγμα χειρότερο από το κάθε πιθανό κήρυγμα του οποιουδήποτε που με γνωρίζει. Κι έτσι αλληλοβοηθιέμαι. Μου πιάνω το χέρι και με τραβάω μπας και πάμε λίγο παρακάτω και νικήσουμε τον μόνιμο εχθρό μου: την αδράνεια. Σήμερα μόλις ξύπνησα λοιπόν, κοίταζα το ταβάνι του μικρού μου παγωμένου δωματίου και είχα μια από αυτές τις συζητήσεις-αναζητήσεις-διεκδικήσεις ή παρανοικές κουβέντες , πες το όπως θέλεις.

Συζητήσαμε για τον εθισμό. Μεγάλο θέμα, κοινότυπο και υπεραναλυμένο. Η διαδικασία εκμαίευσης των συμπερασμάτων από τα βρώμικα και σκονισμένα άδυτα του μυαλού μου δεν θα έλεγα πως είναι κι εύκολο πράγμα. Όπως ακριβώς ο τρόπος γραφής μου δεν έχει αρχή μέση τέλος και ουσιαστική δομή, έτσι και ο τρόπος σκέψης μου είναι άτακτος, ανορθόγραφος και εν μέρει αναρχικός. Συνειρμοί μου χτυπάνε την πόρτα και όπως έρχονται, αποχωρούν, σκέψεις χυδαίες με κάνουν να νιώθω ντροπή που τις σκέφτομαι και άτομα άκυρα με εμπνέουν να τους γράψω ποιήματα για τον τρόπο που γράφουν ή μιλάνε. Αυτή τη στιγμή, καπνίζω ασταμάτητα και μηχανικά. 

Το κάπνισμα. Από τη στιγμή που το τσιγάρο ανάμεσα στα δυο μου δάχτυλα ξεκινάει να καίγεται, δεν με ενδιαφέρει η ύπαρξη του ή η κάθε ουσία που μου προσφέρει. Καπνίζω επειδή μ'αρέσει να στρίβω. Αλλά ενώ θα μπορούσα να στρίβω και να χαλάω αμέτρητα τσιγάρα χωρίς να μαυρίζω τα πνευμόνια μου, νιώθω ότι το κάθε τσιγάρο που έχω στρίψει απο την εφηβεία μου ως και σήμερα, έχει έναν σκοπό: να καεί στο στόμα μου. Κι έτσι επέρχεται το τέλος. Όχι το τελείωμα, αλλά ο σκοπός που εκπληρώνεται καπνίζοντας το. Εχει δημιουργηθεί απο μένα για μένα και τελειώνει στο στόμα μου. Και το γουστάρω. Εθισμένη σε διαδικασίες τέτοιες και χαμένη στις ανορθόγραφες σκέψεις μου, παραμένω κλειστή και κλεισμένη μέχρι να με ανοίξει κάποιος βίαια και να δημιουργήσω αυτοκαταστρέφοντας το πιο κοντινό πράγμα σε μένα. Τον εαυτό μου. (σημ.: το αυτοκαταστρέφοντας είναι επιτηδευμένη υπερβολή)

Το γράψιμο. Κάθε δημοσιευμένη ανάρτηση είναι παρεμφερής με το τσιγάρο μου. Έχω αποκτήσει εθισμό στην αυτοαποδοχή των όσων γράφω. Οτιδήποτε παραμένει αδημοσίευτο στο συρτάρι μου αδιάβαστο από μένα δεύτερη φορά και από ένα τουλάχιστον ακόμη άτομο, αυτόματα δεν έχει αξία. Η αξία είναι στην επιλογή του να δημοσιεύω αυτό για παράδειγμα, κι ένα άρρωστο κείμενο με ορθογραφικά λάθη που πραγματεύεται μια βραδιά παθιασμένου έρωτα με κάποιον τύπο να παραμένει στην αφάνεια. Μέχρι να το πετάξω ή να το αποδεχτώ. Δεν είμαι εθισμένη στα γραπτά μου, για την καύλα μου τα κάνω στην τελική. Είμαι εθισμένη στις λέξεις που μπορούν να βγουν από τα δάχτυλα μου και να φτάσουν οπουδήποτε μακριά απο μένα. Μπορώ να πάρω μια μούτζα, ή κάποιο αχνό "μπράβο", μα ούτε αυτό με νοιάζει ιδιαίτερα. Ο εθισμός αυτός έγκειται στην εγκεφαλική μου ικανοποίηση, μετά την δημοσίευσή τους. Και αυτή η γαμημένη δυνητικότητα των όσων μπορώ να δημιουργήσω, μου γρατζουνάει το μυαλό και με κάνει να νιώθω υπέροχη ή υπεροχή.

Το αλκοόλ. "Δεν πίνεις για να ξεφύγεις, αλλά για να βρεις κάτι από το οποίο να θες να ξεφύγεις." Για άλλη μια φορά το Θ*Δ μου προσφέρει τροφή για σκέψη ή δυνατότητα κατάποσης τροφής μασημένης αμάσητα. Και στις δύο περιπτώσεις, βγαίνω κερδισμένη. Η τάση μου για αλκοολισμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πόσο ερωτικα απογοητευμένη είμαι. Και συνεπώς, τα δυο ποσά είναι ανάλογα. Όσο περισσότερο πληγώνομαι, τόσο πιο πολύ θέλω να πίνω κτλ. Δεν νομίζω πως υπάρχει θέμα σωματικού εθισμού στο αλκοόλ. Όλοι είστε εξαρτημένοι από την κατάσταση της μέθης μετά την όγδοη μπύρα. Και μαζί με τον συρφετό, κι εγώ το ίδιο. Αλλιώς θα ίδρωνα στη σκέψη ότι τέλειωσαν οι μπύρες στο ψυγείο μου. Και να μαι τώρα εδώ, είκοσι τρεις μέρες χωρίς να μεθύσω. Επαθα τίποτα; Δεν έπαθα. Μη πίνοντας ανακάλυψα πως τελικά ναι ρε παιδί μου, είμαι ερωτευμένη και απογοητευμένη. Αλλά όχι σε σημείο να επηρεάζεται η ζωή μου και οι επιλογές μου. Κι αν διαφωνείς, "τράβα καμία να ησυχάσεις".

Το σεξ. Σαν πράξη αυτούσια, δεν με ψήνει και πολύ. Δηλαδή ρε παιδί μου κάθομαι και σκέφτομαι πόσο πρέπει να φτιάξω τα μαλλιά μου και να βαφτώ, πως θα πλύνω τα σεντόνια μετά, πως να διώξω το εκάστοτε άτομο μα ώρα αρχύτερα χωρίς να φανώ αγενής και τέτοια. Κι όταν ξεκινάμε με τέτοιες σκέψεις, γάμησετα φίλε μου. Αστο να πάει στο γεροδιάολο, μη το κάνεις καθόλου. Σωστά; ΛΑΘΟΣ. Είμαι αρκετά εθισμένη στην μετακατάσταση της σεξουαλικής μου ικανοποίησης, ώστε να παραβλέψω όλους αυτούς τους παράγοντες, να σκάσω, να φορέσω το καλό μου κολλητό κολάν και να σε περιμένω σπίτι αγαπητέ. Το σεξ είναι κάτι που εκτός απο τα 10 δευτερόλεπτα ηδονής μου προσφέρει ενα χρονικό διάστημα ωρών, εντός του οποίου μπορώ να φτιάξω πράγματα. Αν είμαι ικανοποιημένη, μπορώ να σου γράψω από δοκίμια και ποιήματα, μέχρι μια τρισέλιδη ανάλυση για τον τρόπο που κάθεσαι, εντάσσοντας την στην θεωρια της υποκουλτούρας, τόσο γαμηστερή που ο Ντικ Χεμπντιτζ θα καθόταν στην γωνία και θα τράβαγε τα μαλλιά του. Θα προσέθετα στρατηγήματα στην τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο, και ο Σοπεν(χ)άουερ θα με καλούσε σπίτι του να πιούμε τσάι με λεμόνι. Δεν κατέχω την τέχνη του να έχω πάντα δίκιο. Κατέχω ένα αντίτυπο του αρχικού βιβλίου, αλλά μου αρκεί για να σου πετάξω το δίκιο μου στη μάπα.

Εγωισμός. Οχτώ γράμματα που αναβοσβήνουν σαν συμπέρασμα. Καπνίζω για να ταίσω το εγώ μου, κάνω σεξ για την πάρτη μου, πίνω για να δημιουργώ έρωτα εκεί που δεν υπάρχει και μέχρι και το γράψιμο γύρω απο μένα περιστρέφεται. Σωστό; Λάθος και πάλι. Τώρα νιώθω έτσι. Η κατάσταση είναι προσωρινή. Και ναι, με πληγώνω λιγάκι που κάθε μου λέξη φωνάζει "ΕΓΩ". Αλλά γράφοντας αυτά αποκτώ αξία. Κι εγώ και οι σκέψεις μου και ο άλλος μου εαυτός μαζί με το κάκιστο μου εγώ. Και έχοντας αξία φίλε μου, αξία που μόνο με ενα κλικ νομίζω πως αποκτώ, μπορώ να αράζω πίσω απο την οθόνη του λάπτοπ μου και να πίνω μια φραπεδάρα αμέριμνη. Μέσα σε μια αίσθηση ψεύτικη ότι αφήνω κάτι πίσω μου όσο μεγαλώνω. Ακόμη και να μη συμβαίνει, πάλι κερδισμένη βγαίνω. 

Ένα πρωί κάποιου χειμώνα που θα ξυπνήσω σε κρεβάτι άλλου, ο εαυτός μου θα πέσει πάνω μου και θα με πλακώσει. Κι έτσι μ'ενα μπαμ θα χαθούν ψευδαισθήσεις, ωραιοπάθειες, καταθλίψεις και ανία. Κι ίσως τότε να πάψω να πιστεύω πως κάθε μου σκέψη είναι τόσο σημαντική που οφείλει να καταγραφεί στην μπλογκόσφαιρα. Μέχρι τότε όμως, θα'μαι εδώ και θα σε περιμένω στρίβοντας ανασφάλειες μαζί με τα ροζ μου τσιγάρα.

Υ.Γ.1 : Ταυτίσου μαζί μου, άσε την άλλη κι έλα να μείνουμε μαζί. Και ίσως ξαναρχίσουμε τις μαύρες μπύρες παρέα.

Υ.Γ.2 : Κωλοψήνει έστω να σε ξαναδώ. Θα'ρθω προς τα κάτω και θα βαράω κουδούνια γιατί σ'αγαπώ. (σε θέλω, απλά το σ'αγαπώ έκανε ρίμα).

Η προσμονή του βιασμού και ο βιασμός της προσμονής : Α tale of sexpectations.

Φοβάσαι τον Θάνατο, μόνο και μόνο επειδή είναι κάτι άγνωστο, μόνο και μόνο επειδή κανείς πεθαμένος δεν γύρισε πίσω να σου πει πως είναι. Αν γνώριζες στα σίγουρα τι θα γίνει, ακόμα κι αν κακοπερνούσες σαν νεκρός ρε αδερφέ, θα κάπνιζες δυο τσιγάρα παραπάνω και δε θα σ’ ένοιαζε αν σε βρίσκανε αναίσθητο κάπου στις έξι το πρωί με μια βελόνα στο αριστερό σου χέρι. Φοβάσαι τον Θάνατο και δε φοβάσαι τη ζωή. Δεν πα να είσαι στραπατσαρισμένος, άνεργος, φτωχός, με ψυχολογικά ή οίδημα στα πνευμόνια; Δε σε νοιάζει. Αρκεί να λες ότι ζεις. Μένεις εδώ, υπομένεις, περιμένεις, αναμένεις αναμμένος ανάσκελα για δουλειά, γκόμενα ή σπίτι, σπιτώνεσαι σε ξένους, αγχώνεσαι, σηκώνεσαι τα πρωινά ψελλίζοντας «ακόμη εδώ είμαι;» , αναζητάς περαστικούς για συντροφιά, για να αποφύγεις τη μοναξιά, μια μοναξιά που εν τέλει δεν αποφεύγεται. Πάρτο απόφαση. Μόνοι ερχόμαστε μόνοι παραμένουμε και μόνοι αποχωρούμε από τον πλανήτη.

Ψάχνω ακόμα την φωνή μου. Κάποιος μου την έκλεψε, δεν μπορεί. Την ψάχνω στο δρόμο, σε σοκάκια σε μικρά καφέ, στη ροτόντα, στο λιμάνι, στην σκοτεινή νέα παραλία. Δεν μπορώ να την βρω πουθενά, κάποιος μου την έκλεψε ή μου έπεσε από την τσέπη όταν προσπαθούσα να ανοίξω ένα μπουκάλι μαυροδάφνη. Θα βγάλω αφίσα ότι ψάχνω την φωνή μου, μα ανησυχώ, θα με περάσουν για τρελή και δεν το θέλω, η παράνοια μου μιλάει τελευταία αλλά δεν έχω φωνή να της απαντήσω, ντρέπομαι και της αφήνω post it κολλημένα στο ψυγείο, δεν ξέρει να γράφει, η συνεννόηση έχει χαθεί πολύ πριν την ανακαλύψουν, η παράνοια μου ψιθυρίζει λόγια αγάπης στο πίσω μέρος του αυτιού μου μα ξέρω να φυλάγομαι, ξέρω πως είναι ψεύτικα μα δεν έμαθα ποτέ να αναγνωρίζω το ψέμα από την εκάστοτε αλήθεια, οι αλήθειες πονάνε, έτσι μας λέγανε από μικρούς μα εμείς αγκαλιάσαμε τον πόνο φορώντας μόνο ψέματα, αντιφατικό, δε νομίζεις; Τι κι αν δε με νοιάζει τι νομίζεις εκτός κι αν το νομίζεις για μένα, ο κόσμος γυρνάει γύρω από το παχουλό μου εγώ, τελευταία παραπάχυνε και ζητάει δίαιτες, δεν έχω λεφτά για διατροφολόγους, όσο δεν τρώω το εγώ μου παχαίνει περισσότερο, η συνάρτηση μεταξύ μας είναι αντιστρόφως ανάλογη ή κάτι τέτοιο, δεν ξέρω από μαθηματικά, ποτέ δεν τα έμαθα μα μου χρειάστηκαν εν τέλει, μου χρειάζονται άπειρα πράγματα και σε μένα και στο εγώ μου μα αρκούμαστε μόνο σε όσα δεν αντικατοπτρίζουν τις ανάγκες μας.  Συνυπάρχω σε τέσσερις τοίχους με ένα εγώ και την παράνοια του, δεν είμαι σίγουρη αν το εγώ είναι δικό μου ή δικό σου, σημασία έχει πως δεν γούσταρα ποτέ συγκάτοικο, θέλω να βρωμίζω το σπίτι μόνη μου για να μην έχω κανέναν να κατηγορήσω το επόμενο πρωί, θέλω να κατηγορώ μόνο τον εαυτό μου, φοβάμαι να πεθάνω μα δε φοβάμαι να βασανιστώ, φοβάμαι να σε αντικρύσω μα δε φοβάμαι την απόρριψη, φοβάμαι να με απορρίψω μα δεν με δέχομαι κιόλας, φοβάμαι τα μάτια σου, φοβάμαι τα μάτια μου όταν σε κοιτάζουν, φοβάμαι τον πάτο του ποτηριού μου γιατί θα σημάνει το τέλος, τρέμω στην ιδέα του τέλους, τελειώνω στην ιδέα του τρόμου, φοβάμαι και τελειώνω φοβισμένη αγκαλιάζοντας τον φόβο, τέλειωσαν τα τσιγάρα, περίμενε.

Σε πιάνω μα δεν σε αγγίζω και θυμάμαι τότε που σε άγγιζα μα δεν κατάφερνα να σε πιάσω πουθενά, είμαι ερωτευμένη μαζί σου, μόνο εδώ μπορώ να στο ομολογήσω γιατί οι εξομολογήσεις έχουν φύγει από τη μόδα, «αφήνω τα βλαμμένα με τη μόδα να χαίρονται» τα πρότυπα όμορφου έρωτα όμορφα καίγονται, οι Jolly Roger παίζουν μονίμως στο backround, είτε κοιμάμαι είτε καθαρίζω, τρίβω πατώματα να φύγει η βρωμιά κι όμως η ψυχη μου λερώνεται περισσότερο, θα θελα να πίστευα πως δεν έχω ψυχή μα τα βράδια μου χτυπάει το τζάμι της μπαλκονόπορτας ικετεύοντας να μπει στο σπίτι μου, όποιος μπαίνει σπίτι μου αυτόματα ανοίγει τις πόρτες του μυαλού μου και μπαινοβγαίνει αμέριμνος, το μυαλό μου είναι βρώμικο γιατί το λέρωσες όταν δεν μ’άφησες να σ’αγαπήσω, θέλω να έρθω να σε βρω μα ποτέ δεν ήμουν καλή στο ψάξιμο, θα χάσω το σπίτι σου, θα χάσω τη διεύθυνση, οι μόνες διευθύνσεις που εμπιστεύομαι είναι οι ηλεκτρονικές, γίνονται όργια στο ίντερνετ μα από κοντά δε λέμε ούτε καλημέρα, καμιά μέρα, σε καμιά σφαίρα κανενός μυαλού, ζω μονάχα τα βράδια στα λάηβ επειδή πίνω, και πίνω επειδή με αφήνουνε να ζω, «φοβάμαι να πεθάνω» αλλά πιο πολύ φοβάμαι να πεθάνω χωρίς να σου πω αυτό, είναι το μόνο που μου χει μείνει, η μόνη μου αλήθεια, σ’αγαπώ.
Από Καμύ και λοιπά σκηνικά απέμειναν Τσιμπουκοφσκικά σκατά που βιάζουν ολονών μας τα εγώ χωρίς να φέρονται ρατσιστικά, η αυτοκαταστροφή έγινε τρόπος ζωής τι κι αν δεν υπάρχει ζωή πόσο μάλλον τρόπος, πόνος είναι να αγκαλιάζω το μπουκάλι μου στη σιωπή ενώ θα μπορούσα να αγκαλιάζω εσένα που είσαι και alcohol free, πόνος είναι να μη διαβάζεις το μπλογκ ενώ σε έχω κάνει από παντού μπλοκ, πόνος είναι το σώμα μου στο στόμα σου, πόνος είναι κάτι που αντιλαμβανόμαστε μηχανικά και εξερευνούμε πειραματικά.

Οι συνειδήσεις βγήκαν σε εκπτώσεις στις ειδήσεις.
Οι πτώσεις συνειδητά ξέπεσαν στην αδράνεια.
Η αδράνεια είναι γένους αρσενικού.
Γιατί πολύ απλά μπορεί άνετα και με γαμάει.

Υ.Γ.  Αναρωτιέμαι.. Όταν κάνεις log in με τον παίκτη μου και βλέπεις το character name, άραγε με σκέφτεσαι ποτέ;

Train station blues

3 Μαίου.

Ξεκινας ένα μεσημέρι, με έναν σάκο στον ώμο και κανα ψιλό στην τσέπη για ένα μικρό ταξίδι προς τον νότο. Στην πίσω τσέπη λίγος καπνός, το τσακμάκι στο τσεπάκι ενός καρό πουκάμισου, τα ακουστικά σφηνωμένα στα αυτιά σου και το βλέμμα μπροστά. Περπατάς αργά, ο σάκος είναι σχετικά βαρύς κι ας μην πήρες πολλά ρούχα μαζί. Βαρύς ο σάκος, βαριά και τα βήματα. Πάντα ξεκινάς πιο νωρίς, γιατί φοβάσαι μη χάσεις το τρένο. Αν αφαιρέσουμε τις αναμονές σε σταθμούς τρένων, σε στάσεις αστικών και κτελ, στοιχηματίζω πως άνετα κερδίζουμε ένα δίμηνο ζωής παραπάνω.
Ανάβω τσιγάρο παρακολουθώντας τους περαστικούς. Βγάζω μπλοκάκι να καταγράψω ότι βλεπω σαν γνήσιος κοινωνικός ανθρωπολόγος. Αρχίδια, δεν βγαίνει τίποτα σήμερα και ενας τριαντάρης καλοντυμένος με κοιτάει με νόημα. Άλλη φορά.

11 Μαίου.

Οι σταθμοί των τρένων είναι πολύ στενάχωροι. Τους φαντάζομαι κάλλιστα σαν κακη απομίμηση αιθουσών αναμονής ιατρίου. Μόνο που αντί για οινόπνευμα και αποστειρωμένη βελόνα, βρωμάνε εγκατάλειψη και αποσύνθεση. Κανείς δε νοιάζεται για τη μούχλα στα τσιμέντα, κανείς για τις γόπες στο πάτωμα. Η βρωμιά είναι παντού γιατί πολύ απλά, ο σταθμός είναι απλά ένα μέρος που περιμένεις καπνίζοντας ή ακούγοντας μουσική. Και ξεφορτώνεσαι σκουπίδια απο γκουντυς και ποτήρια με καφέ 3 ωρών.
Τα χειμωνιάτικα βράδια στο σταθμό είναι μελαγχολικά, τα καλοκαιρινά αποπνικτικά και πάει λέγοντας. Εχω γίνει φίλη με αυτό το παγκάκι. Χειμώνα καλοκαίρι, περιμένω εδώ. Μπλοκάκι.
Γυρίζω τις σελίδες ψάχνοντας μια κενή για να γράψω για μια ενδιαφέρουσα τύπισσα που καπνίζει απέναντι μου. Πέφτω πάνω σε παλιά γραπτά από τον σταθμό τρένων του Βόλου. Χαμογελάω και τα σκέφτομαι. Η ανθρωπολογία μπορεί να περιμένει.

17 Μαίου.

Κατεβαίνω από το σπίτι στην Ιασωνίδου για να πάρω το 14 προς σταθμό. Αναμονή και τσιγάρα, υπάρχει συγκέντρωση παραδίπλα που έχει κλείσει τον δρόμο. Συναντώ έναν παλιό γνωστό. Γεια τι κάνεις, καλά να σαι, να πάμε για κανα καφέ, φυσικά κι έχω χρόνο. Επιβεβαιώνουμε τις υποσχέσεις για καφέ με μια θολή χειραψία χωρίς καμιά δύναμη ανάμεσα σε κιτρινισμένα απο τσιγάρα δάχτυλα. Το ξέρουμε κι οι δυο, πως δε πρόκειται να πιουμε τον καφέ. Στανταράκι.
Έρχεται το αστικό, μπαίνω, σκοντάφτω σε μια τσάντα, πέφτω, δεν με ενδιαφέρει, χτυπάω εισιτήριο, είμαι νομοταγής πολίτης εγώ. Μέχρι να βάλω τα ακουστικά έχουμε φτάσει Αντιγονιδων. Ανυπομονώ να πάω στη μάνα μου για να μην καπνίζω άλλο. 
Ο σταθμός είναι φωτισμένος όμορφα, είναι ίσως η πρώτη φορά που μου αρέσει, μια όμορφη τύπισσα στέκεται μπροστά μου και μου δίνει δωρεάν χαρτάκια -τι ευτυχία!
Εισιτήριο, σκάλες, "Το τρένο της γραμμής Θεσσαλονίκης-Έδεσσας θα καθυστερήσει τριάντα λεπτά".
Ο τέλειος χρόνος για να περιγράψω οτι βλέπω. Αυτό περίμενα. Μπλοκάκι.
"Απέναντί μου κάθεται κάποιος που με κοιτάζει επίμονα. Αυτή τη στιγμή έχει καρφωθεί στην μπλούζα μου. Βυζιά δεν έχω, άρα προφανώς κοιτάζει το λογότυπο της μπάντας. Θα του μιλήσω, το αποφάσισα"
Αργό σταθερό βήμα, πριν μιλήσω έχει αλλάξει κατεύθυνση. Γυρνάει από το περίπτερο βγάζοντας ένα καρέλια απο την λευκή κασετίνα. Του προσφέρω φωτιά. Την δέχεται χαμογελώντας. Έχει ρυτίδες έκφρασης, είναι κάτι λιγότερο απο 30 ετών και μου αρέσει επικίνδυνα. Φοράει μπλούζα black παγανιστικής metal μπάντας, φοράω μπλούζα VENOM. "Ωραίο μπλουζάκι" η πρώτη κουβέντα του, δειλό "ευχαριστώ" η απάντηση μου. Σιωπηλό κάπνισμα και βλέμματα υπόσχεσης. Δεν έχω χρόνο να γράψω στο μπλοκάκι μου για άλλη μια φορά. Ιδιο βαγόνι, κοντινές θέσεις, καθόμαστε απέναντι, ο ερωτισμός είναι έντονος, το τρένο έχει τουαλέτα αλλά σιχαίνομαι, τα ηλίθια φώτα που βγαίνουν απο παμπάλαιες λάμπες φθορίου δε λένε να σβήσουν και νιώθω άσχημη, εκείνος κοιτάει από το παράθυρο μόνο που δε φαίνεται τίποτα.
Πηγαίνει στην τουαλέτα, δεν ακολουθώ, γυρνάει και με ρωτάει που κατεβαίνω. Η ανάσα του μυρίζει τσιγάρο, όπως και η δικιά μου. Κατεβαίνω Νάουσα, κατεβαίνει 2 στάσεις μετά.

Του γράφω το τηλέφωνο μου σε ένα χαρτάκι. Του το δίνω αγγίζοντας επίτηδες τα δάχτυλα του, όπως κάνουν στις ταινίες. "Θα σε πάρω", η φωνή του.
"Για Νάουσα να ετοιμάζεστε", η φωνή του εισπράκτορα. Βαλίτσα. Πόρτα. Σκοτάδι. Ο αδερφός μου περιμένει με αναμμένη μηχανή. 


20 Μαίου.

Εχω καθαρίσει τα πάντα μέσα στο στενάχωρό μου δωμάτιο. Μόλις έκανα μπάνιο και στεγνώνω απολαμβάνοντας ένα τσιγάρο που έστριψα όπως όπως. Απο τα ηχεία ακούγονται οι Earth. Ο δίσκος που ακούω είναι η καλύτερη παρέα όταν θες να γράψεις οτιδήποτε. Ηρεμώ, αλλά δεν πέφτω. Η πτώση μπορεί να είναι ηρεμιστική, μα τελευταία κάνει εκ-πτώσεις μέχρι και στην ηρεμία. Νιωθω μια έντονη επιθυμία να καταλάβω μαθηματικά και στατιστικές, αλλα οι στατιστικές είναι για τους κοινωνιολόγους και οι συναρτήσεις λένε ασυναρτησίες στο κεφάλι μου. Σταθερές και μεταβλητές υπάρχουν παντού. Για τις μεταβλητές είμαι απόλυτα σίγουρη, οι σταθερές με κάνουν να βαριέμαι κυρίως επειδή είναι ανυπόστατες. 
Το μόνο που έμαθα είναι λίγη αριθμητική. Κυρίως γιατί μετράω μέρες μέχρι να γίνει κάτι και μέρες μέχρι να τελειώσει, αφού έχει γίνει. Και αφαιρώ και προσθέτω, μέρες, λεφτά, ανθρώπους και τσιγάρα. Στους ανθρώπους χρησιμοποιώ διαίρεση, στα τσιγάρα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό, στα λεφτά αφαίρεση. Τα λεφτά δε μου φτάνουν για όσα θέλω να κάνω, αλλα είναι υπεραρκετά για να τρώμε κι εγώ κι εσύ παρέα κάθε μέρα με άνεση. Γάμα τα ξύδια και ταξίδια, οι μέρες είναι δύσκολες και το νερό πιωμένο. 

Το μπλοκάκι μου είναι μωβ, χοντρό και τσαλακωμένο. Έχει γεμίσει από αριθμούς τηλεφώνων, αριθμούς διευθυνσεων, ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Μερικές φορές του μιλάω, αλλά αυτά που λέμε δεν καταγράφονται. Είναι off the record. Και αυτά είναι τα καλύτερα. Αυτά που δε χρειάστηκαν χρόνο για να γραφτουν, αυτά που σκέφτομαι να πω και δεν τα λέω, αυτά που σκέφτεσαι και φοβάσαι να μου πεις.

Το μπλοκάκι μου είναι σαν έναν σταθμό τρένων. Βρώμικο και μες στη μούχλα. Αν ήταν κατάσταση ήταν η "Αναμονή" κι αν ήταν ήταν τέχνη θα ήτανε η ποίηση. Άλλοτε ρομαντική, άλλοτε καταραμένη, άλλοτε κυνική είτε ασυνάρτητη. Στα μαθηματικά θα ήταν μια εξίσωση με πολλές λύσεις, στην λογοτεχνία ένα κείμενο με πολλές ερμηνείες, στην αρχαιότητα ένας gay παιδοτρίβης που θα πήγαινε το παιδί σου σχολείο. 

Το μπλοκάκι μου είναι η μοναδική διέξ
Τηλέφωνο. Τσιγάρο.
Καληνύχτα.

Σκάσε μωρή πελότα που θέλεις και τίτλο

Πέρασε μια ώρα κοπανώντας τραπέζια, κρεβάτια, μπύρες πάνω σε τραπέζια και κρεβάτια, το κεφάλι μου στον τοίχο, το χέρι μου στο παντζούρι και ξέρω πως μπορεί να μη σε νοιάζει, αλλά ρε γαμώ την πουτάνα μου δεν έχω άλλο τρόπο έκφρασης. Δεν έχω που σκατά να τα πω. Για αυτό θα τα γράψω.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Αν θίγεσαι προσωπικά απο σεξιστικά/ρατσιστικά/ομοφοβικά/φασιστικά σχόλια, συνέχισε με δική σου ευθύνη. Μουνάκι.

Είμαι ανίκανη να συγκροτήσω κάθε σκέψη τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλα θα προσπαθήσω όσο μπορώ, υπόσχομαι. 
Θέμα πρώτο, τελευταίο και ασυνάρτητο: Θεσσαλονίκη και αναρχία.

Ωραία πόλη, πουλάκια που κελαηδούν στη Νέα παραλία, μαγαζάρες, μουσικές σκηνές, κάθε λογής κόσμος, παρέες που σε προσκαλούν στο άκυρο να βγείτε, τυχαίες γνωριμίες που οδηγούν σε σεξ ή σε γάμο με άντρες γυναίκες ανήλικα ή εκκολαπτόμενους δολοφόνους. Ναι ρε φίλε. Με αρέσει και μένα εδώ. Γουστάρω να βγαίνω και να βλέπω παντού κόσμο. Γουστάρω μέχρι και το τελευταίο κωλόμπαρο γιατί είναι μέρος μιας κοινωνίας που με καυλώνει. Το παν στη γαμημένη ζωή είναι η ισορροπία. Για να υπάρξει η ισορροπία, που είναι το μέσο, πρέπει να υπάρχουν άκρα. Τα άκρα, αν τα ενώσεις στην γραμμή που ορίζει την δεξιά και την αριστερά, είναι δίπλα δίπλα. Ναι, καλά κατάλαβες, σας βάζω στο ίδιο τσουβάλι με τους χρυσαυγίτες. Μερικοί παλεύετε για το αντίθετο απο αυτούς, μα με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν υπήρχε ο φασισμός δεν θα υπήρχαν οι αντίφα και το αντίστροφο. Καλώς η κακώς, τυχαίνει να ελκύομαι από τον αριστεροαναρχικόπωςστονμπουτσοτονλέτε χώρο. Παρόλα αυτά, δεν θεωρούμαι "του χώρου" όπως χαρακτηριστικά θα ακούσεις να λένε οι αναρχιστές που κυκλοφορούν πέρα δώθε στα πανεπιστήμια και δεν χάνουν συνελεύσεις και αυτοοργανωμένα λάηβ και καφενεία και κάθε ειδους "αντίφα" πράξη. Ναι ρε μάγκες. Μαζί σας. Αυτοοργάνωση και αναρχία. Και στέκια σκορπισμένα σε όλη την όμορφη μας πόλη. Εδώ κι εκεί. Στέκια μάυρα, στέκια κοκκινόμαυρα, στέκια σκέτα κόκκινα, στέκια μηδενισμού και στέκια χρωματιστά για τους πιο χαρωπούς. Στέκια χιπχοπ, στέκια πανκ, στέκια μέταλ, στέκια που αργά βάζουν παντελίδη μετά απο stoner live. Χίλια δυο γαμημένα στέκια που αντι να συνεργάζονται, είναι χωρισμένα μεταξύ τους μέχρι δακρύων. Αν είσαι σε ένα στέκι, δεν πας σε άλλο. Κι εγώ αυτά αναγνώστη, δε τα ξερα. Απο πείρα τα έμαθα. Η διάσπαση της διάσπασης την διασπαστική διάσπαση ω ΔΙΑΣΠΑΣΗ. Σας μισώ όλους ρε. Μηδενίζομαι ρε για να μπορώ να σας μηδενίσω. Αλήθεια σας μισώ αλλα σας χρειάζομαι για τα live ρε μουνάκια. Γιατί δεν γουστάρω να πληρώνω για μπάντες που παίζουν τζάμπα ούτως ή άλλως. 
Όταν η αριστερά είναι χίλια δυο κομμάτια κι εσύ που είσαι αναρχικός δεν πας σε πάρτυ της ΕΑΑΚ και η ΕΑΑΚ δεν έρχεται στα δικά σου, σε λυπάμαι. Εσένα αναρχικέ που δεν κατέβασες το αφαζοάλμπουμ γιατί το διακινούσε το 902, σε οικτίρω. Εσένα κομμουνιστή που σε χαλάει η μυρωδιά του μπάφου στο πανεπιστήμιο ενώ σπίτι σου καπνίζεις στα κρυφά από το κόμμα λόγω απαγόρευσης του καταστατικού, σε λυπαμαι και σένα. Λυπάμαι κι εσένα αναρχόπουστρα που πας ντυμένος γκόμενα μόνο σε γκεόμπαρα και αν έρθω εγώ με κοιτάς από πάνω μέχρι κάτω με μίσος επειδή τυχαίνει να έχω αιδοίο. Και ναι. Σε κατονομάζω πούστη. Μπορείς να με πεις ελεύθερα σεξίστρια. Είμαι ρε μουνάκι. Λέω την λέξη μουνάκι διακόσιες φορές τη μέρα. Έλα και κρέμασε μου κουδούνια. Και μένα, και όποιον το κάνει. Σου αρκεί; Χαίρομαι.
Ανοιχτές συνελεύσεις λέει. Ανοιχτές για ποιόν; Που πήγα και με κοιτούσαν σαν ασφαλίτισσα; Γιατί; λόγω εμφάνισης; Δεν είμαι αρκετά πάνκισσα για τα γούστα σας; Δεν είμαι αρκετά λεσβία για σας, επειδή ξυρίζω τη μασχάλη κι αποτριχώνω το μουστάκι μου; Τι θέλετε να κάνω για να με δεχτείτε; Και άντε εμένα γράψτε με στα αρχίδια σας ή στις μουνάρες σας λεσβίες ακτιβίστριες φίλες μου. Κοιτάχτε λίγο να τα βρείτε μεταξύ σας. Όταν δεν μπορείτε να συνυπάρξετε, δεν μπορούμε να σας στηρίζουμε όλους. Μετά κλαίγεστε που δεν είχατε κόσμο και ανταπόκριση. Αυτά να τα σκέφτεστε όταν μας περνάτε απο ιερά εξέταση να δείτε πόσα κιλά μαχητικοί αντιφασιστές είμαστε.
ΜΑΛΑΚΑ μου, η δουλειά του μέλλοντος στη Θεσσαλονίκη, θα είναι ένα γραφείο, που έπειτα απο συνέντευξη με τον εκάστοτε υπεύθυνο, θα σου λένε ποιο χρώμα στεκιού σου ταιριάζει. Κάτι σαν συνοικέσιο αναρχίας. Είσαι μηδενιστής; Θα πας εκεί. Είσαι lgbtgtp? Απο δω παρακαλώ. Ναι ναι, περάστε, ντυθείτε έτσι και δεν θα υπάρξει πρόβλημα.
Επίσης, αναρχικοί, υπάρχει μια λέξη γαμάτη αν γίνεται πράξη. Λέγεται ΣΥΝΕΠΕΙΑ. Ξέρω, είστε κατά της αρχής, κατά του νόμου, κατά της καταστολής και μπλα μπλα μπλα, αλλά ρε γαμώ την πουτάνα. Λέμε να συναντηθουμε στις 8. Μην έρχεσαι στις 10 με τον μπάφο στο χεράκι με ύφος κουλτουροχίπη καλοτεχνίτη αφού τελείωσε σουρεαλιστικό πίνακα, γκέγκε; Είπαμε να κάνουμε συζήτηση. Καλός κι ο μπάφος, δε λέω, σε χαλαρώνει. ΑΛΛΑ ΔΕ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ. Δεν μπορώ να κάνω αίτηση στις 4 για να σου μιλήσω στις 5.
Θίγεσαι; Το παίρνεις προσωπικά; Καλά κάνεις. Τι νομίζεις ότι εγώ είμαι γαμάτη; Οτι το παίζω έξυπνη; Ούτε καν μουνάκι. Σκατα κι απόσκατα είμαι κι εγώ. Νομίζεις ότι όλο αυτό το ξέσπασμα είναι για κακό; Ούτε καν ρε μαλακισμένο. Μα δεν είναι ούτε για καλό. Είναι για να μιλήσουμε λίγο, να απαντήσεις λίγο, να μου δώσεις λίγη γαμημένη σημασία και να μην με κοιτάς σαν εξωγήινο όταν σε πλησιάζω για να πούμε μια ανθρωπινη κουβέντα.

Την επόμενη φορά που θα σας πω γεια και θα μου απαντήσετε με ειρωνία, δεν θα κάνω τίποτα.
Αλλά όταν θα ζητάτε υποστηρικτές δεν θα τρέχω για την πάρτη σας μουνάκια. Καλή η διαφήμιση, μα καλύτερη η δυσφήμιση. Τα λέμε στο δρόμο. Ναι στον ίδιο δρόμο που θα αράζω κι εγώ με άτομα ελεύθερα που δεν καθορίζουν την ζωή τους από ένα γαμημένο χρώμα και όταν σου μιλάνε, χαμογελάνε παλιομαλάκα υποτιθέμενε αριστερέ της Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΩ κάθε κλίκα, κάθε ομάδα και κάθε κίνημα που είναι υπόδουλο σε άλλες ομάδες.
Ναι ρε. Καταδικάζω.

Και μετά αναρωτιέμαι γιατί ανθεί ο αναρχομηδενισμός στις μέρες μας. Καλύτερα να γυρίσω στο χωριό μου ρε, που είμαστε 500 χρόνια πίσω αλλα τουλάχιστον ο φασισμός είναι ξεκάθαρος και δεν κρύβεται πίσω απο στέκια και οργανώσεις.
Τα κεκαλυμμένα σκατά με ενοχλούν περισσότερο ρε. Λίγη κατανόηση, λίγο παραπάνω διάβασμα για όλους μας και λίγη αλληλεγγύη ΠΟΥ ΤΗΝ ΓΡΑΦΕΤΕ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΟΣ
Στα διάλα όλοι σας