Σκατά.



Σκατα ολα ρε φιλε. Σκατα κι αποσκατα. Διαβαζεις, ξαναδιαβαζεις, νιωθεις χορτατος απο βιβλια, νιωθεις καλα για λιγο και μετα ξαφνικα πεφτεις παλι στο βουρκο. Τι στο διαολο γινεται δε μπορω να καταλαβω ρε γαμω την αμαρτια μου. Δε μπαινω καν στον κοπο να ντυσω τις λεξεις μου με ομορφες λογοτεχνικες-και καλα-φρασεις σημερα. Οχι. Οχι σημερα παρτες ετσι γυμνες ρε φιλε. Παρτες να πανε στο διαολο. Παρτες να φυγουν απο μενα. Με πνιγουν οι ιδιες μου οι λεξεις. Σα θηλια στο λαιμο μου. Με καταπινουν αργα. Οι σκεψεις μου ειναι κινουμενη αμμος χωρις ξεροκλαδα να πιαστω τριγυρω. Και με ρουφαει μεσα της. Και μενα. Κι εσενα. Κι αλλους μαζι.. και γω το εχω πει ρε γαμωτο, δε θελω να παιρνω κι αλλους μαζι μου..
Αλλα ποιος μ'ακουει? Ε? Ποιος? Κανεις γαμωτο, κανεις. Σε παραμυθι ζουμε. Σ'ενα καλοστημενο παραμυθι. Κι ειμαστε απλα οι χαρακτηρες. Αλλοι τη φτιαχνουν την ιστορια. Δε λεω ρε, καλα τα παραμυθια αλλα ειναι ψεματα. Και βουλιαζω μες στο ψεμα μπας και ζησω. Κι εγω. Κι εσυ. Κι αλλοι μαζι..
Οι σκεψεις μου βιαζουν το μυαλο. Δηλητηριο μεσα στο παραμυθι μας. Αργο, βασανιστικο και οχι ευκολα ανιχνευσιμο. Με δανεικα ζουμε ρε. Κι οχι μονο λεφτα. Δανεικα ονειρα, δανεικες γνωσεις, δανεικους ανθρωπους. Ποσο θα ματωσουν ακομα τα μυαλα μας. Το δικο μου. Το δικο σου. Και των αλλων μαζι..
Αδειο παγωμενο δωματιο. Ενα κερι ειναι η μονη ζεστασια μου. Ενα κερι μου μεινε ρε. Ολο τρεμοπαιζει. Ολο παει να σβησει. Μπαζει απο δω κι απο κει. Η φλογα του ερμαιο στο ελεος του ανεμου. Δε τα γουσταρω τα ναζια του ρε. Κι αυτο με δηλητηριαζει. Κι αυτο με μαστιγωνει. Και με ποναει ρε φιλε. Και μενα. Και σενα. Κι εκεινους μαζι..
Και ολοι μαζι στεκομαστε εδω ρε. Αντιπαλοι στο ιδιο στρατοπεδο. Ξεφτιλιζομαστε ρε. Ντροπη. Οργη. Αιμα. Πονος. Πεινα. Σταχτες. Ολα αυτα μαζι με μας. Ξεψυχανε ρε κι οι λεξεις. Στερεψανε τα χαμογελα των παιδιων ρε. Κι αυτα πεσανε θυματα στον πολεμο τους. Και τα παιδια, η μονη μας ελπιδα. Δηλητηριο. Ατιμο οπλο το δηλητηριο. Μας γαμαει το μυαλο ρε. Και δεν ξυπναμε ρε. Ουτε γω, ουτε συ, ουτε οι αλλοι μαζι..
Μη με ρωτας μωρο μου ποσους χασαμε και ποσους μας τους πηραν. Μη με ρωτησεις καν, πως απο τον ουρανο σβηστηκανε τ'αστερια. Μη με ρωτας γιατι τα ματια μου δακρυζουν. Ασε τη σιωπη μου να μπει μες στην ψυχη σου, και τιποτα αποψε μη ρωτησεις.. Μη με ρωτας αν θα νικησουμε η
αν θα νικηθουμε. Μη σε νοιαζει. Η επανασταση γραφεται στους δρομους μωρο μου. Αυτο μονο να σε νοιαζει. Πολεμα. Χωρις ερωτησεις. Μονο με απαντησεις. Με πραξεις που μιλανε. Με ματια που καινε. Πολεμα. Μαζι με μενα, κι εκεινον και τους αλλους μαζι..


Κι ας γραψουμε επιτελους λιγες σελιδες στην πουτανα ιστορια.

November Rain.

Ο χειμωνας ερχεται. Πλησιαζει. Ειναι βαρυς. Νιωθω τις απειλες του στο πετσι μου.. τον μυριζω στον αερα. Εισβαλλει στις σκεψεις μου βιαια και τις παγωνει. Τις πεθαινει.

 Πρωτη του Νοεμβρη σημερα, και ο μηνας μας καλωσορισε στην αγκαλια του με βροχη. Την βαρια την βροχη. Οχι την μπορα που περναει. Την μπορα την καταλαβαινεις απο την μυρωδια του διψασμενου χωματος που επιτελους δροσιστηκε.. Αλλα οχι, αυτη ειναι βροχη αλλιωτικη, το μονο που μυριζει ειναι καμενη οξια που βγαινει απο τις καμιναδες. Στα μαλλια σου, στα ρουχα σου, στο δερμα σου. Στην ψυχη σου.. 

 Απογευμα. Μικρο δωματιο που μυριζει καραμελα. Καθολου τσιγαρο, σημερα δε θελω να καπνισω. Μονο καφες με αρωμα καραμελα. Καυτος καφες. Τολμηρος. Με κοτσια. Του παει κοντρα του καιρου ρε φιλε.. Σπαει την ψυχρα του Νοεμβρη. Ζεσταινει τα χερια μου. Και μ'αρεσει. Μ'αρεσει που ο καφες μου δε δειλιασε σημερα. Και ετσι δε δειλιασα κι εγω. 

 Σκορπια χαρτια στο γραφειο. Αποκομματα εφημεριδων και σελιδες απο παλια τεφτερια. Ισως να τα κανω ενα λευκωμα! Αλλα οχι. Δεν ειναι εποχες για λευκωματα. Παλι σε ντουλαπια θα σαπισουν.

 Τα κειμενα μου δε με συμπαθουν. Ξεψυχανε γιατι δε τα φροντιζω οπως παλια. Μες στα παραπονα ειναι. Και δεν την αντεχω τη μουρμουρα τους μωρε..

Απογευμα. Μοναχικο. Ησυχο και μουντο. Γεματο μ'αναμνησεις. Χωρις μουσικη. Νεκρο. Κι ομως, με τρελαινει. Μου παιρνει το μυαλο. Μ'αρεσει. Με γοητευει. Ζει μεσα απο μενα. Κι εγω μεσα απο αυτο.  

Χειμωνας ερχεται. Και χιονι.. και παγος. Παντου. Σε σπιτια, σε παιδικες χαρες, σε δρομους και σε παρκα. 

Ανοιχτη διαπλατα η μπαλκονοπορτα. Και ο καφες ακομα μυριζει. Σου το'πα, ο καφες μου εχει κοτσια. Τιποτα δεν τον σταματα. 

Μπαζει μεσα το κρυο. Και κανει ενοχλητικούς ηχους ο αερας. Νομιζω πως ειναι θυμωμενος. Ετοιμος να επιτεθει. 

Και γω η ηλιθια, για αλλη μια φορα, ειμαι ετοιμη να βγω με το κοντομανικο. 

 Κρυωσω δε κρυωσω, δικο μου το φταιξιμο.. 
εγω την αφησα την πορτα μου ανοιχτη.

σχιζοφρενοβλαβιωση

Ξυπνησα νωρις. Ειδα τον ηλιο να με χαιρεταει.. να μου γνεφει καλημερα. Μολις εφτασε αρκετα ψηλα, του'κλεισα το παντζουρι στα μουτρα. Δε μου αρεσει να με κοιταζει καταματα. Κι ετσι εμεινα μονη. Η μαλλον οχι τελειως μονη. Εγω κι ο καφες μου..

Παντα περναω καλα με τον καφε μου. Με ξυπναει γλυκα. Ελληνικος, διπλος, σε μια αγαπημενη παλια κουπα. Ψηνεται και μυριζει ολο το δωματιο. Μπαινει στα ρουθουνια μου και με κανει να χαμογελαω αθελα μου. Αναβω και ενα τσιγαρακι, ετσι, για το καλημερα.. Η προγιαγια μου βουτουσε cream crackers στον ελληνικο. Εκεινα τα παλια, τα πρασινα,που ηταν σαν να ειχαν πολλες στρωσεις? Ε αυτα. Βουτουσα κι εγω. Και περνουσαμε ομορφα. "Τσουπωσε την πορτα πουλοπομ" ,ελεγε. "Μιλα ελληνικα" της ελεγα, πεντε χρονων μωρο.

 Βραζει το νερο. Σε λιγο θα γεμισει παλι με αρωματα το σπιτι. Οχι παλι ελληνικο ομως.. ο ελληνικος πινεται με την πρωινη δροσια. Τσαι τωρα. Ειναι αργα για ελληνικο και νωρις για νες. Ρωσσικο τσαι, με λιγο βουνου, μια πρεζα κανελα κ μιση κουταλια μελι. Τ'αφηνεις δυο λεπτα ολα μαζι να κανουνε οργια, και ετοιμο!

 Κατι τετοιες μυρωδιες με κανουν να ξεφευγω απο τον φοιτητικο υπνο. Σιχαινομαι να ξυπναω αργα επειδη απλα δεν εχω κατι να κανω. "Τι εγνοιες εχεις κι εσυ.." μου λενε μερικοι. Κι ομως, η εγνοια μου ειναι οτι δεν εχω εγνοιες. Οταν δεν εχεις προβληματα, το μυαλο τα δημιουργει. Αναγκη ειναι να μαστε σκατα, οπως αναγκη ειναι να νιωθουμε χαρα. Ανθρωπινα. Ομορφα. Ωραια.

 Οσο νιωθεις, μην ανησυχεις.
 Οσο πονας ,μη φοβασαι.
 Οσο μιλας, τοσο να ακους.
 Οσο πανω κι αν κοιτας, ριξε ενα βλεφαρο παρακατω. 

Ειμαστε εδω και ΖΩΝΤΑΝΟΙ.. 
Σταματω εδω. Εξαλλου το τσαι μου με περιμενει.. Παω να βουτηξω στην γλυκια μοναξια μου. 
Και μην ξεχνας, να α 

Αστο. 10:48.

ανειπωτα.

Οταν αρρωσταινω, παντα εσενα σκεφτομαι. Δε μπορω να καταλαβω γιατι, μα συμβαινει. Ψιλοανωμαλο? Μπορει. Παραλογο? Ισως. Κανεις δε ξερει.. Κι ισως ουτε κι εσυ να μαθεις ποτε. Κοιταξε, η φαση ειναι οτι σε θελω. Μακαρι ομως τα πραγματα να ηταν τοσο απλα. Το μυαλο μου σε αποζηταει σε ακυρες στιγμες. Το σωμα μου σε θελει σε μονιμη βαση κι αντιδρα στην σκεψη σου και μονο. Δεν μπορω να καθορισω το ποσο η για τι η γιατι σε γουσταρω.. Αλλα ας βαλουμε τα πραγματα σε μια σειρα. Ξεκινωντας απο το ποσο σε θελω, οφειλω να πω οτι ειναι νορμαλ τα πραματα ακομα. Δεν ειναι οτι σε θελω πολυ σε μονιμη βαση. Η ενταση ειναι που κανει ολη τη διαφορα. Σε θελω διασπαρτα,υπερβολικα και παθιασμενα. Μα οχι παντα. Απλα μερικες στιγμες.. Ας πιασουμε τον σκοπο τωρα.. για τι σε θελω. Εκει ειναι το δυσκολο. Αν μπορουσα να δημιουργησω μια σχεση οπως την θελω, θα ηταν καπως ετσι: Εγω κι εσυ μαζι. Με ολα τα συναισθηματα. Ερωτα, παθος,σεβασμο, κατανοηση και αμοιβαιότητα. Αλλα με μια βασικη προυποθεση. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Οχι απολυτη αλλα ουτε και περιορισμενη. Θα'θελα εκεινη την ελευθερία που σε κανει να νιωθεις ομορφα και ταυτοχρονα δε σε γεμιζει με τυψεις. Ενα τετοιο συμπαν θα δημιουργουσα για παρτη μας.. Αρκει να το ζητουσες. Και φτανοντας στον λογο, ε, εκει σηκωνω τα χερια μου ψηλα. Δε ξερω γιατι σε θελω γαμω την τυχη μου. Δεν εχω ιδεα. Αντικειμενικα δε μ'αρεσεις. Ποιος τα γαμαει ομως τα προτυπα... Οσο κι αν τ'αναλυσω ολα, δεν εχει καμια σημασια πια. Καμιά. Και νυχτωνει... και κρυωνω. Και πανω απο ολα κουραστηκα. Βαρεθηκα. Ναι, βαρεθηκα. Κουραστηκα να σου μιλαω, να παρακαλαω για μια κουβεντα σου,να ακουω τα ιδια και τα ιδια. Δεν αντεχω αλλο να μαλωνω για ασημαντα πραγματα η για πραματα που απλα εσυ βλεπεις διαφορετικα. Κουραστηκα να στεναχωριεμαι χωρις λογο και αιτια για ενα τιποτα. Τελειωνω εδω με τις σκεψεις μου. Απο αυριο, ο καθενας τον δρομο του..ψυχακι μου.


Όλη μας η ζωη γεμάτη ερωτήσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν. Και μερικοί τις ψάχνουμε σε μπουκάλια με αλκοόλη. Και κάποιοι σε σύριγγες που μοιάζουν με βελόνες που τρυπάνε και ρουφάνε λίγο λίγο ότι εχει απομείνει απο αυτό που λέμε ψυχή. Και στο τέλος την παίρνουν. Πόσο να αντέξει και μια ψυχη στην τελική..?
 Περνάνε οι μέρες και τα χρόνια ρε φίλε. Περνάνε κι εγώ νιώθω στάσιμη. Καρφωμένη στην γη μου, ανήμπορη να πάω είτε μπροστά είτε πίσω. Κάθομαι εδώ. Απλά στέκομαι στο σύννεφο μου, σ'αυτό το μαύρο συννεφο, και τραγουδάω για παλιές αγάπες και για αιώνια ξωτικά. 
Κάποιες άλλες φορές θέλω να χάσω τον εαυτό μου. Να χαθώ μέσα στις σκέψεις μου, στα όνειρα και στις στιγμές μου.. Να κάνω μακροβούτι στις αναμνησεις μου και εκεί που πάω να σκάσω επειδή δεν έχω οξυγόνο, να βρεθεί ενα χέρι και να με αρπάξει.. Να με λυτρώσει. Να με βγάλει από αυτό το αιώνιο αδιέξοδο. Να με ξυπνήσει από αυτόν τον άτιμο ύπνο που έχω κοιμηθεί. Και όλο περιμένω. Και περιμένω. Και η ζωη μετατρέπεται ασυνείδητα σε μια ατέλειωτη αναμονή. Και έτσι ξεχνάω να την ζήσω. Και περνάει ο καιρός. Ξυπνάω για λίγο. Συνειδητοποιώ τι συμβαίνει. Αποφασίζω να ξυπνήσω. Και μετά χωρις να το καταλάβω βρίσκομαι πάλι υπνωτισμένη.Πάλι θαμμένη μεσα στο τίποτα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απο μια γλυκια μελαγχολική ανυπαρξία.  Τι να πεις ρε φίλε. Ίσως να μην ειμαι και σίγουρη για την απόφαση... Ποιος να ξέρει. Όλα γίνονται έτσι απλά. Με το κλείσιμο ενός ματιού.
Η καλύτερη ώρα είναι το ξημέρωμα. Τότε που ο ήλιος αγγίζει τον ορίζοντα και είναι σαν να τον χαιρετάει. Εκείνη την ώρα λοιπόν νιώθω οτι με αγκαλιάζει η πρωινή δροσιά και με ταξιδεύει στον νότο με τον ήλιο για καράβι της. Και πλέουμε. Και φεύγουμε. Σε κόσμους που μυρίζουν γιασεμί και τα ξωτικά είναι κι αυτά αρώματα. Σε κόσμους που τα ρολόγια σταματάνε και σε περιμένουν να κυλήσετε μαζί στον χωροχρόνο σαν δυο παλιόφιλοι. Εκεί που το τέλος δεν υφίσταται και το τίποτα είναι κάτι..
Άφησε με να χαθώ σε μια αράδα λέξεις σου. Κι εγώ θα σου χαρίσω το είναι μου. Μόνο εγώ κι εσυ. Ο κόσμος όλος.

"Δεν τρέχει κάστανο αν κάποιος κολλητός σου σε δει μια μέρα γυμνή και ξεχασμένη σε ένα πεζοδρόμιο και σου δαγκώσει την ψυχή με τον οίκτο του. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, αν κάποτε γκρεμοτσακιστείς από τον βράχο που σκαρφάλωσες, γιατί πήρε το μάτι σου ένα ανθισμένο κυκλάμινο."