ανειπωτα.

Οταν αρρωσταινω, παντα εσενα σκεφτομαι. Δε μπορω να καταλαβω γιατι, μα συμβαινει. Ψιλοανωμαλο? Μπορει. Παραλογο? Ισως. Κανεις δε ξερει.. Κι ισως ουτε κι εσυ να μαθεις ποτε. Κοιταξε, η φαση ειναι οτι σε θελω. Μακαρι ομως τα πραγματα να ηταν τοσο απλα. Το μυαλο μου σε αποζηταει σε ακυρες στιγμες. Το σωμα μου σε θελει σε μονιμη βαση κι αντιδρα στην σκεψη σου και μονο. Δεν μπορω να καθορισω το ποσο η για τι η γιατι σε γουσταρω.. Αλλα ας βαλουμε τα πραγματα σε μια σειρα. Ξεκινωντας απο το ποσο σε θελω, οφειλω να πω οτι ειναι νορμαλ τα πραματα ακομα. Δεν ειναι οτι σε θελω πολυ σε μονιμη βαση. Η ενταση ειναι που κανει ολη τη διαφορα. Σε θελω διασπαρτα,υπερβολικα και παθιασμενα. Μα οχι παντα. Απλα μερικες στιγμες.. Ας πιασουμε τον σκοπο τωρα.. για τι σε θελω. Εκει ειναι το δυσκολο. Αν μπορουσα να δημιουργησω μια σχεση οπως την θελω, θα ηταν καπως ετσι: Εγω κι εσυ μαζι. Με ολα τα συναισθηματα. Ερωτα, παθος,σεβασμο, κατανοηση και αμοιβαιότητα. Αλλα με μια βασικη προυποθεση. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Οχι απολυτη αλλα ουτε και περιορισμενη. Θα'θελα εκεινη την ελευθερία που σε κανει να νιωθεις ομορφα και ταυτοχρονα δε σε γεμιζει με τυψεις. Ενα τετοιο συμπαν θα δημιουργουσα για παρτη μας.. Αρκει να το ζητουσες. Και φτανοντας στον λογο, ε, εκει σηκωνω τα χερια μου ψηλα. Δε ξερω γιατι σε θελω γαμω την τυχη μου. Δεν εχω ιδεα. Αντικειμενικα δε μ'αρεσεις. Ποιος τα γαμαει ομως τα προτυπα... Οσο κι αν τ'αναλυσω ολα, δεν εχει καμια σημασια πια. Καμιά. Και νυχτωνει... και κρυωνω. Και πανω απο ολα κουραστηκα. Βαρεθηκα. Ναι, βαρεθηκα. Κουραστηκα να σου μιλαω, να παρακαλαω για μια κουβεντα σου,να ακουω τα ιδια και τα ιδια. Δεν αντεχω αλλο να μαλωνω για ασημαντα πραγματα η για πραματα που απλα εσυ βλεπεις διαφορετικα. Κουραστηκα να στεναχωριεμαι χωρις λογο και αιτια για ενα τιποτα. Τελειωνω εδω με τις σκεψεις μου. Απο αυριο, ο καθενας τον δρομο του..ψυχακι μου.


Όλη μας η ζωη γεμάτη ερωτήσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν. Και μερικοί τις ψάχνουμε σε μπουκάλια με αλκοόλη. Και κάποιοι σε σύριγγες που μοιάζουν με βελόνες που τρυπάνε και ρουφάνε λίγο λίγο ότι εχει απομείνει απο αυτό που λέμε ψυχή. Και στο τέλος την παίρνουν. Πόσο να αντέξει και μια ψυχη στην τελική..?
 Περνάνε οι μέρες και τα χρόνια ρε φίλε. Περνάνε κι εγώ νιώθω στάσιμη. Καρφωμένη στην γη μου, ανήμπορη να πάω είτε μπροστά είτε πίσω. Κάθομαι εδώ. Απλά στέκομαι στο σύννεφο μου, σ'αυτό το μαύρο συννεφο, και τραγουδάω για παλιές αγάπες και για αιώνια ξωτικά. 
Κάποιες άλλες φορές θέλω να χάσω τον εαυτό μου. Να χαθώ μέσα στις σκέψεις μου, στα όνειρα και στις στιγμές μου.. Να κάνω μακροβούτι στις αναμνησεις μου και εκεί που πάω να σκάσω επειδή δεν έχω οξυγόνο, να βρεθεί ενα χέρι και να με αρπάξει.. Να με λυτρώσει. Να με βγάλει από αυτό το αιώνιο αδιέξοδο. Να με ξυπνήσει από αυτόν τον άτιμο ύπνο που έχω κοιμηθεί. Και όλο περιμένω. Και περιμένω. Και η ζωη μετατρέπεται ασυνείδητα σε μια ατέλειωτη αναμονή. Και έτσι ξεχνάω να την ζήσω. Και περνάει ο καιρός. Ξυπνάω για λίγο. Συνειδητοποιώ τι συμβαίνει. Αποφασίζω να ξυπνήσω. Και μετά χωρις να το καταλάβω βρίσκομαι πάλι υπνωτισμένη.Πάλι θαμμένη μεσα στο τίποτα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απο μια γλυκια μελαγχολική ανυπαρξία.  Τι να πεις ρε φίλε. Ίσως να μην ειμαι και σίγουρη για την απόφαση... Ποιος να ξέρει. Όλα γίνονται έτσι απλά. Με το κλείσιμο ενός ματιού.
Η καλύτερη ώρα είναι το ξημέρωμα. Τότε που ο ήλιος αγγίζει τον ορίζοντα και είναι σαν να τον χαιρετάει. Εκείνη την ώρα λοιπόν νιώθω οτι με αγκαλιάζει η πρωινή δροσιά και με ταξιδεύει στον νότο με τον ήλιο για καράβι της. Και πλέουμε. Και φεύγουμε. Σε κόσμους που μυρίζουν γιασεμί και τα ξωτικά είναι κι αυτά αρώματα. Σε κόσμους που τα ρολόγια σταματάνε και σε περιμένουν να κυλήσετε μαζί στον χωροχρόνο σαν δυο παλιόφιλοι. Εκεί που το τέλος δεν υφίσταται και το τίποτα είναι κάτι..
Άφησε με να χαθώ σε μια αράδα λέξεις σου. Κι εγώ θα σου χαρίσω το είναι μου. Μόνο εγώ κι εσυ. Ο κόσμος όλος.

"Δεν τρέχει κάστανο αν κάποιος κολλητός σου σε δει μια μέρα γυμνή και ξεχασμένη σε ένα πεζοδρόμιο και σου δαγκώσει την ψυχή με τον οίκτο του. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, αν κάποτε γκρεμοτσακιστείς από τον βράχο που σκαρφάλωσες, γιατί πήρε το μάτι σου ένα ανθισμένο κυκλάμινο."


Άτιμο πράμα ο χρόνος. Με μπερδεύει, πάντα με μπέρδευε, κάθε φορά ήθελα να του ξεφύγω αλλά με κατάφερνε, με έβρισκε, με ξέθαβε απο μέρη που είχα κρυφτεί.. Με βασάνιζε γλυκά χωρίς να το καταλαβαίνω.
Κάποιες φορές θέλω να ανοίξω το στόμα μου και να ξεράσω αηδία.
Βαρέθηκα. Βαρέθηκα να μαζεύω κάθε φορά τα κομμάτια μου απο το πάτωμα.
Πάλι έπεσαν και σπάσανε και γέμισαν τα πόδια μου με αίμα. Εκεί που νιώθω πως επιτέλους είμαι καλά, κάθε φορα έρχεται κάτι και με ταράζει. Με αναγκάζει να ξεκινήσω απο την αρχή. Με γεμίζει με αμφιβολίες.
Και να μαι πάλι τώρα, ντυμένη μόνο με μια πρέζα ντροπής, ξεγραμμένη από όλους και απ'όλα, να προσπαθώ απεγνωσμένα να ξεχάσω 2 καταραμένες χειμωνιάτικες πανάθλιες περασμένες μέρες της ζωής μου.
Μέρες άσχημες που με ανάγκασαν να μετανιώσω που ανοίγομαι τόσο σε αγνώστους και τους χαρίζω κομμάτια από μένα. Κι εκείνοι με μια φράση ποτισμένη με γενικούρα και μαλακία καταστρέφουν τα πάντα κομμάτι κομμάτι μέχρι να μου κατασπαράξουν όλο μου το είναι.
Παρ'όλα αυτά είμαι εδώ, πίσω από μια οθόνη και μπορώ και γράφω.
Είναι κάτι άνθρωποι μωρέ που ποτέ δεν μπόρεσαν να αποκρυπτογραφήσουν τα κρυμμένα τραγούδια που έστελνε ο Νότος στις καρδιές τους.  Δεν είχαν το κατάλληλο αυτί μάλλον... Ποιός να ξέρει.
Τους μισώ. Τους μισώ που δεν εξερευνούν τα άδυτά της ψυχής τους και δεν ακούνε τα χαμένα τους όνειρα.
Οταν τους τυχαίνει η χαρά δεν ξέρουν τί να την κάνουν. Την σέρνουν από δω κι από κει χωρίς να καταλαβαίνουν τι τους έτυχε. 
Κι έτσι κι εκείνη τους εγκαταλείπει....

Η ζωή σήμερα σπαρταράει στις χαμένες αγκαλιές του χειμωνα.
Την γεμίσαν αλυσίδες και την πετάξαν σε κελί.
Δεν αντέχει άλλο.

Δεν αντέχω άλλο.




Ξυπνάς μια μέρα, μια γαμημένη μέρα και καταλαβαίνεις ότι κάτι λείπει από σένα, κάτι μικρό αλλα καθόλου ασήμαντο, κάτι που θα σκότωνες για να πάρεις πίσω. Ψυχή καρδιά αισθήματα κι εσωτερικός κόσμος χάθηκαν μέσα σε ένα πνευματικό όργιο και κανείς δεν τα ρώτησε αν ήθελαν να πάρουν μέρος. Αλλάξανε διάσταση, ύλη, υπόσταση και σώμα.. Αγκαλιαστήκανε με την ιδέα της ζωης και του θανάτου και γίνανε ένα με χίλια δυο κομμάτια από τον σπασμένο καθρέφτη της λήθης. Έπειτα πέσανε σαν έκπτωτοι άγγελοι σε χώμα ξερό, τσακίστηκαν σε βράχια απόκρημνα και κολύμπησαν στο ίδιο τους το θεικό το αίμα. Οι ιστορίες τους χαθήκανε στο πέρασμα των χρόνων, τα βιβλία δεν μαρτύρησαν τα μυστικά τους ποτέ κι ούτε γίνανε μύθοι για παιδάκια.. Μια ιστορία απόκρυφη που μου την πρόδωσαν σημάδια μπήκε στον δρόμο μου και μου άλλαξε πορεία πλεύσης..

Λένε πως κάποια με το όνομα "Μοίρα" χαράζει τον δρόμο μας. Λένε πως η ζωή μας είναι γραμμένη στις ατέλειωτες σελίδες του ουρανού, στο βιβλίο της ατέρμονης γνώσης. Νομίζω πως μας λένε ασύστολα ψέμματα, πως μας φλομώνουν με ψευδαλήθειες ποτισμένες με την στεναχώρια των καιρών. Όμως φοβάμαι. Φοβόμουν και παλιά. Φοβόμουν να αντικρύσω την αλήθεια, να δω πίσω από τον καθρέφτη, να περάσω απέναντι, να ανέβω ψηλά, να πάρω κάποιον από το χέρι και να πετάξουμε με μόνο μέσο τις ψυχές μας.. Φοβόμουν, έτρεμα στην ιδέα του θανάτου, ξεχνούσα να ζήσω, δεν τολμούσα, δεν πίστευα, φοβόμουν να νιώσω.. Και να'μαι τώρα εδώ πνευματικά νεκρή, να έχω στήσει έναν έναν όλους τους φόβους μου στον τοίχο και να τους ταράζω στα χαστούκια. 

Κάτι πεταμένες καρδιές, κάτι ξεχασμένες σκέψεις, κάτι στειρωμένες αλήθειες, κάτι κατακρεουργημένες ψυχές και μερικές λεκιασμένες ιδέες κείτονται στην ζοφερή χωματερή των αναμνήσεων μας. Μνήμη, μια ευλογημένη κατάρα που δόθηκε στον άνθρωπο και του δίνει την ικανότητα να θυμάται.. Να τους πέιτε ότι εγώ δεν θέλω ικανότητα να θυμάμαι. Εγώ θέλω την επιλογή. Αυτό θα'θελα να γραφτεί στο δικό μου βιβλίο. Και όχι να ναι μια σειρά απο μια τυχαία σελίδα στο βιβλίο της αέναης γνώσης. Στο δικό μου βιβλίο, που δεν θα χει ύλη και θα ναι φτιαγμένο απο ανεκπλήρωτα όνειρα ξωτικών.

Το ρολόι μου δείχνει 01:43.
Δεν υπάρχει πόρτα που να ανοίγει το άπειρο.
Ένας αλήτης της έκλεψε τον ήλιο...
Με φωνή άψυχη, με μάτια νυσταγμένα
της έκοψε τα όνειρα, της πήρε την καρδιά της
την αφησε να ζει εκεί, μαζί με τα θηρία.
Μουρμουρητά θολά, ψίθυροι γκρεμισμένοι
αβάσταχτοι μονόλογοι
πίσω απ΄το πέπλο της αυγής
που απελπισμένα θέλανε να μπούνε στη ζωή της.
Και ξάφνου ένα κλειδί 
υπόσχεται εισιτήριο για μακρινά ταξίδια
για λόφους ασημόχτιστους κι απύθμενα ποτάμια
στην σιγουριά του απέραντου
στη λήθη του αδυνάτου
στις αμμουδιές της θάλασσας
στο μάταιο άγγιγμα του...
Σκαλισμένα γράμματα και χρώμα θυμωμένο
και μια επιγραφή στεγνή, σε πέτρα χαραγμένη
"ότι κι αν έφτιαξε ο Θεός
ακόμη κι αν σ'έλουσε με φως
είναι ο κόσμος μας βουβός
κι οι άνθρωποι γνωρίζουν πως
δεν υπάρχει πόρτα που να ανοίγει το άπειρο."