191215.. ή και όχι.

τελευταία χάνομαι αρκετά
ή μάλλον όχι εγώ
το κορμί μου, σε ουσίες
και οι ουσίες του εγκεφάλου μου
πάνω σε ξένα κορμιά
ή καλύτερα κορμιά αγνώστων
που έπαψαν να'ναι ξένα
γιατί για μια στιγμή
-τουλάχιστον-
γίνανε δικά μου

χάνομαι όμως και χάνω αρκετά
και δε θυμάμαι τι είχα ανάγκη να ξεχάσω
ο χρόνος δεν φτάνει ούτε για ζήτω να σκεφτώ
μονάχα μου κλέβει στιγμές
και αναμνήσεις

θέλω να είμαι ήσυχη
αλλά όχι μόνη
ή τουλάχιστον θέλω 
να μείνω λίγο μόνη μαζί σου
να αλλάζουμε σκέψεις 
όσο εύκολα αλλάζουν χέρια τα τσιγάρα μας
εσύ να πίνεις κρασί
κι εγώ να πίνω εσένα
χωρίς μέτρο κι ασταμάτητα μέχρι να ζαλιστώ
κι εσύ να ξενερώσεις και να φύγεις
για να μείνω πάλι μόνη
να διαγράψω τον ψυχαναγκαστικό μου κύκλο
να ηρεμήσω
να πιω
και να ξεράσω τα φιλιά σου στο γραφείο

θα σε βρίσκω παντού
μέχρι να ψάξω κάτι άλλο
σε φακέλους με σβησμένες φωτογραφίες
σε βρώμικα παγκάκια
σε γεμάτα στάχτη τασάκια
σε άδεια μπουκάλια
και γεμάτες
ψυχές



failed attempts vol1

Περπατάω ψυχαναγκαστικά πάνω κάτω στο κελί μου.
Με σφιγμένα χέρια και ολόιδια βήματα, μη τυχόν και σπάσω την αρμονία.
Αν τύχει και χαλάσω τον βηματισμό τιμωρώ τον εαυτό μου
τον δικάζω
και αποφαίνομαι "άρση μονοτονίας".
Άλλες φορές τυλίγω τα χέρια στον λαιμό μου και κάνω πως με πνίγω
για να μπορώ να χορτάσω την βαθιά μου ανάσα μετά
κι ας είναι χωρίς πολύ οξυγόνο
κι ας γεύομαι τη θανατίλα που ξεχειλίζει από τους σάπιους τοίχους.
Αναρωτιέμαι πότε θα πάψω να 'μαι 
ένα αναγκαστικά κινούμενο σώμα 
καθηλωμένο στην αδράνεια
μια σύριγγα πεταμένη στο έδαφος
ο επιθανάτιος ρόγχος μιας μέλισσας

κι αν ποτέ θα γίνω εκκωφαντικός θόρυβος στ' αυτιά σας
δίνη χρωμάτων που βιάζει τα οπτικά σας νεύρα
ενεργός χρήστης παραισθησιογόνων
που τριππάρει σε όνειρα ξένων
και κλέβει λίγες στιγμές από τις αναμνήσεις μιας μητέρας
που θήλαζε το παιδί της
κι αυτό τις ξέσκισε τις ρώγες 
για να γευθεί την ελευθερία.

Πίνω μα δεν μπορώ να ξεχάσω τι με κάνει να θυμάμαι
να πονάω
να αναπνέω υγρασία 
και να εκπνέω τις αναθυμιάσεις από το στομάχι στον εγκέφαλο.

Άραγε ζήσαμε ποτέ μαζί
ή απλά μετρούσαμε στιγμές μέχρι τον θάνατο μας;

μέχρι πότε;

όταν δεν σηκώνεις το τηλέφωνο
θέλω να σου σπάσω τα αυτιά
κι όχι τη συσκευή
γιατί θα σε πονέσει περισσότερο να μην ακούς
θα σε κόψω κομμάτια
και θα παίζω με τα άκρα σου μπιλιάρδο
θα χτυπάω την καρδιά σου με τις βρώμικες πατούσες σου 
για να δω πόσο καλά κυλάει
κι αν δε μου κάνει
θα την τροχίσω γύρω γύρω να γίνει κυκλική
έτσι, για να'χω να παίζω
θα χώνω τσιγάρα στο άψυχο στόμα σου
για να'χω με κάποιον να καπνίζω
θα την πίνουμε μαζί
θα πίνουμε μαζί
και θα την ακούμε
γιατί το αλκοόλ και το πχιώμα
δεν είναι ουσίες
είναι θόρυβος
θο ρυ βος
είναι βόμβες στα αυτιά μου
και τρύπημα στο σώμα μου

θα'θελα μια μέρα να δω τα σωθικά σου χυμένα σε ένα πεζοδρόμιο
και να γευτώ τα υγρά του εγκεφάλου σου
να παίζουμε ρακέτες με τα μάτια σου σε μια ερημική παραλία
και να ακονίζω τα δόντια μου στα κόκαλα σου

να ζεις μαζί μου ενώ θα'σαι κλινικά νεκρός


μέχρι τότε όμως, θα'σαι μικροαστικά
απελπιστικά
ταξικά
νεκρικά
λεπρός.


Ηθελα να σου γράψω πολλά, αλλά..

Έξω βροχή. Αλλά όχι η ωραία η βροχή. Αυτή η αποπνικτική καλοκαιριάτικη άθλια βροχή που δεν σ'αφήνει να αναπνεύσεις. Μέσα καφές. Καφές και τσιγάρα. Εγώ και οι καλύτεροι μου φίλοι λίγο πολύ δηλαδή. Νέα καρτέλα, [insertyourmailproviderhere.com], συμπλήρωση στοιχείων. 16 εισερχόμενα, τίποτα το ιδιαίτερο, μετά το τέταρτο πάντα τα αγνοώ. Σύνταξη νέου. Κενό.

Αγαπητό μωρό,

όχι είναι πολύ άτυπο και ξερό, τι θα πει αγαπητό

Μωρό μου,

όχι όχι και πάλι όχι.. πως ξεκινάμε γαμώτο; Αυτό ήταν πάντα το μόνιμο μου πρόβλημα, δεν υπάρχει προσφώνηση που να με ικανοποιεί τελείως. Γάμα το. Θα μπω κατευθείαν στο θέμα.

Ήθελα να σου γράψω δυο αράδες χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο να σου πω, απλά για να δω τι κάνεις και που βρίσκεσαι και άλλα τέτοια. Και ίσως για να σου πω ότι μου λείπεις,

μου λείπεις εσύ και τα μάτια σου μωρό μου, τα μάτια σου που ακόμη και μέσα στο σκοτάδι τα έβλεπα ξεκάθαρα και σε ερωτευόμουν λίγο περισσότερο κάθε βράδυ. Μου λείπουν τα χέρια σου που με αγκάλιαζαν και τα δάχτυλα σου ανάμεσα στα δικά μου, μου λείπουν τα κρύα πόδια σου όταν τα ακουμπούσες πάνω μου και πίναμε καφέ τα μεσημέρια, μου λείπει μέχρι και η μικροαστική σου αντίληψη για τον έρωτα μαζί με τις ατέλειωτες διαφωνίες μας όταν ήθελα να σου αλλάξω γνώμη,

αλλά τίποτα το ιδιαίτερο, μη φανταστείς. Είναι ίσως δύσκολη η μέρα και με έχει πιάσει μια νοσταλγία, ξέρεις τι χαζορομαντική μπορώ να γίνω. Πες μου λοιπόν, πως είσαι; Με την σχολή όλα καλά; Τελικά, θα πας σε εκείνο το erasmus που έλεγες;

ήτανε να πάμε μαζί, θυμάσαι; Κάναμε σχέδια για το πως θα ντυνόμαστε στο Βέλγιο, για το πως θα τρυπώνουμε τον χειμώνα σε γραφικά καφέ που θα μύριζαν καραμέλα, μιλούσαμε για κάτι σκαστά φιλιά στους πεζόδρομους, για νέες παρέες, για σινεμά το βραδάκι, για ποτήρια κρασιού μπροστά σε τζάκια..

Αν όντως πας, θα ήθελα να σε χαιρετήσω ( αν δεν έχεις αντίρρηση φυσικά). Θα το καταλάβω όμως αν δεν βρεις χρόνο. Είδα και τον Χρήστο τις προάλλες και απόρησα που δεν ήσασταν μαζί. Τον ρώτησα για σένα, ελπίζω να μην σε πειράζει.

Ελπίζω να μην σε πειράζει που τον ρώτησα σχεδόν απελπισμένη τι κάνεις και πως είσαι, ελπίζω να μην σου πει ότι με είδε στα χάλια μου, δεν θέλω να χαλάσει η εικόνα που' χεις στο μυαλό σου για μένα, θέλω να με θυμάσαι μοναχά με εκείνο το πονηρό χαμόγελο όταν προσπαθούσες να μου βγάλεις τις κάλτσες και να μου δαγκώσεις τις πατούσες κι εγώ σου τραβούσα τα μαλλιά για να σταματήσεις..

Επίσης, τώρα που το θυμήθηκα, έχεις ξεχάσει κάτι πράγματα προς τα δω. Αν τα χρειάζεσαι πέρνα να τα πάρεις με τα κλειδιά σου, μπορείς να μου το πεις πιο νωρίς για να λείπω κιόλας,

ή να ξεχαστώ επίτηδες μόνο και μόνο για να σε δω για πέντε λεπτά, κι ας μη σου μιλήσω καν, κι ας μην μπορώ να κοιτάξω τα μάτια σου, κι ας πνίξω κάθε σκέψη μέχρι να ακούσω την πόρτα να κλείνει πίσω σου. Δεν θέλω να σου δώσω τα πράγματα σου στ'αλήθεια, θέλω να τα κρατήσω για να σε θυμάμαι, θέλω τα βράδια να φοράω την μπλε ζακέτα σου που με ζεσταίνει καλύτερα από κάθε πάπλωμα κι έχει ακόμη τ'άρωμα σου, κι ούτε την κούπα σου δεν θέλω να σου δώσω, γιατί μόνο απο κει μέσα ο σκέτος καφές μου είναι μες στη γλύκα.

όπως θες εν πάση περιπτώσει. Αυτά ήθελα να πω, μέσες άκρες. Είτε απαντήσεις είτε όχι, εύχομαι να είσαι και να περνάς καλά. Όπως πάντα, έτσι; χεχε

Προσποίηση όσο δεν πάει, εδώ βαθιά στην φυλακή μου. 
Μαζί με τις στιγμές μας, έφυγε κι ο ρομαντισμός, πέρασε κι ο καιρός, μεγαλώσαμε και λίγο και ξεχάσαμε τα πάντα για την επανάσταση και για τα πολιτικά και για τον έρωτα και για κάτι βιβλία με ποιήματα που διαβάζαμε παρέα. 
Η επανάσταση έχει γίνει καραμέλα, εδώ βαθιά στην φυλακή μου. 
Δεν κατανοώ καν τι είναι, μήτε δέχομαι την ύπαρξη της. Η επανάσταση έχει χάσει το κόκκινο της χρώμα. Θάμπωσε και πάλιωσε όταν έφυγες και την πήρες μαζί σου, μικρέ μου επαναστάτη. Εχω άπλετο χρόνο για διάβασμα τώρα, έχω άλλο τόσο χρόνο για να σκεφτώ, έχω μέχρι και όρεξη να αφοσιωθώ στον αγώνα.
Μόνο που δεν έχω με ποιον και για τι να παλέψω.
Εσύ είσαι ο κάθε σύντροφος, μα δεν καταλαβαίνεις. Και ξεχνάς. Και μόλις ερωτευτείς ξανά, όλα θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Για αυτό δεν σε εμπιστεύομαι.
Εσύ είσαι ο κάθε συναγωνιστής, μα δεν καταλαβαίνεις. Άσε που μόλις βρεις τα σκούρα θα μου αφήσεις το χέρι και θα ξαναμείνω μόνη μου στο δρόμο.
Εσύ είσαι ο κάθε φίλος που είχα, μα δεν ακούς. Σκοτώνεις τον φασισμό στο φέησμπουκ, μα δεν έρχεσαι να με πάρεις να του πάρουμε το κεφάλι μαζί. 
Εσύ είσαι ο κάθε γκόμενος που πέρασε φευγαλέα απ'το κρεβάτι μου, μα δεν ακούς κι ούτε καταλαβαίνεις. Όσο και να γδυθείς δεν ανοίγεσαι και ντρέπεσαι για την γύμνια σου όταν την παρατηρήσω. Λες και είναι κακό να είσαι γυμνός. Λες και γεννήθηκες με τα μαύρα σου ρούχα και τις κόκκινες κονκάρδες σου.

Βαρέθηκα. Βαρέθηκα πολύ να ακούω μανιφέστα για το πόσο καλύτερα γαμάει ο αναρχοκομμουνισμός σου από τον δικό μου. Βαρέθηκα να παλεύω για μένα και για σένα και για όλους και να γράφω συνθήματα για τον ταξικό πόλεμο σε γκρίζους τοίχους. Για αυτό έπαψα να υποκρίνομαι προς το τέλος και γίναμε έτσι. Για αυτό χωρίσαμε. Κι όχι για τον γκόμενο που χόρεψα σε κείνο το στέκι τον Απρίλη. Ούτε για την μικρή που φίλησες σε κείνο το πάρκο. Ελευθερία στη σχέση είχαμε. Ελεύθεροι δεν υπήρξαμε ποτέ.
Βαρέθηκα.
Και μένα και σένα και τον αγώνα και όλες τις ρομαντικές μαλακίες που σκέφτομαι όταν σε σκέφτομαι.

Όταν θα φεύγεις, μη κοιτάξεις πίσω μόνο. Δεν έχεις δικαίωμα να με κοιτάς. Και κοίτα μην ξεχάσεις τίποτα. Ούτε ελπίδες, ούτε υποσχόμενα βλέμματα, ούτε λόγια απο σελίδες μαστουρωμένης ποίησης. 

Αν μπορέσεις, φέρε τον γάτο να τον δω. Εχω κι ενα λουράκι εδώ, να στο δώσω κιόλας. Τα μιλάμε ρε.

Ορθογραφικός έλεγχος, check. Αποστολή. Νέα καρτέλα.
Τα λέμε ρε..


01/14 και 14/01 aka για πάρτη σου θα γίνω γλυκανάλατη


Μοιράζομαι σε στάσεις λεωφορείων
αφήνω κομμάτια μου στα καθίσματα των τρένων
πήγαινε και έλα, ξαναέλα και φύγε.
Oύτως ή άλλως δε θα έμενα μωρό μου
δε το μπορώ και δε το θέλω
δε μας ταιριάζει η στασιμότητα, μ'ακούς;

Κάνε μου έναν καφέ να ξεπλυθώ
και άφησε με να σε κοιτάζω όσο ντύνεσαι
άφησε με να σε αγγίζω όσο ντύνεσαι
πούλα μου έρωτα και λίγο παραμύθι
κι εγώ θα σου μιλώ για τέχνη και βιβλία

Θα βγαίνουμε και βόλτες, ακούς;
θα σ'αφήνω να γεύεσαι ατόφια ελευθερία
όσο κοιτώ τον ουρανό και φλέγομαι γελώντας
Θα σε μεθάω με στιγμές, ακούς;
την παράνοια θα διώξω, θα βγω στην επιφάνεια
αρκεί να μη με τιμωρείς μ'αδιαφορία

Δε σου γράφω γιατί σ'αγαπώ, ούτε γιατί μου λείπεις
απλά θέλω να σου χαρίσω αλλοπαρμένους στίχους
γιατί οι σκέψεις μου γίνανε ποιήματα
κι οι λέξεις μου μηνύματα 
που ποτέ δεν σου' στειλα γιατί φοβόμουν

Η μοναξιά μου απόψε τρυπάει τοίχους, αγάπη μου
και φεύγει μακριά για να σε βρει χωρίς εμένα
δε στη χαρίζω, γιατί ήταν -στην τελική- δικό σου δώρο

Κατάστρεψε τον κόσμο μου γλυκά
για να μπορώ να χτίζω απ'τα συντρίμμια


Θέλεις να πάμε για xp στη γειτονιά μου;

Αν υπάρχει κάτι που με αηδιάζει
είναι αυτοί που ψάχνουν το βόλεμα
πουλώντας κι αγοράζοντας μυαλά άλλων
αν υπάρχει κάτι που μισώ
είναι η θέληση σου να νικάς 
χωρίς να γουστάρεις να παλεύεις
αν υπάρχει κάτι που σιχαίνομαι
είναι οι ψεύτικες εκκρίσεις των ματιών σου
τα βράδια που ψάχνω την αλήθεια

Αν κάτι ζητώ
αυτό είναι η φυλακισμένη σου ελευθερία
να την πιάσω, να την στήσω στον τοίχο
να την σκοτώσω και να στην δώσω πίσω
για να δεις πως είναι να πέφτεις στα γόνατα όταν δεν έχεις πόδια
για να δεις πως πιάνεται κάτι που δεν έχει ύλη

Αν κάτι δε γουστάρω
είναι να πείτε πως "ήταν άρρωστη"
είναι να πείτε πως "ήταν φευγάτη"
δεν είμαι τίποτα
έχω μονάχα μια λαχτάρα να μασήσω τις ατροφικές σας ψυχές
και να σας φτύσω ό,τι δεν χωνεύεται στην μάπα

Αν υπάρχει κάτι εκεί έξω που τρέφει το μυαλό μου
είναι τα ερεθίσματα που μ'ερεθίζουν 
είναι οι μάχες με τις γάτες στην αυλή μου
είναι τα κομμάτια του προσώπου σου στον πρωινό καφέ μου

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να με σώσει
θα θελα να'ναι δικό σου
ή έστω να μου το'χεις χαρίσει
για να έχω να λέω και να γράφω

Θα σε πάω μια βόλτα
θα τσακίσουμε τα πόδια μας
και θα μεθύσουμε με γλυκό κρασί
πάνω στα πτώματα του πάρκου

Αν έχω ένα όνειρο εν τέλει
είναι να βγω στο μπαλκόνι και να σε φιλήσω
κι έπειτα να πέσω στο κενό
φωνάζοντας "ο ρεαλισμός ψόφησε"

Δεν υπάρχει καμιά ουσία σε αυτόν τον κόσμο
που να με μαστουρώνει πιο πολύ
από την θέληση μου να σε θέλω τόσο
ώστε να μπορώ κάθε μέρα να με σκοτώνω
να διαλύω τα πόδια μου
και να σέρνομαι στο δρόμο 
μέχρι να σε ξαναβρώ

Επειδή μεγάλωσες στην φωτιά
δε σημαίνει πως θα'σαι μια ζωή καμένος 



410_reject

Κάτι τέτοιες ώρες σε σκέφτομαι
και μεθάω με την καύλα στα μάτια σου
με τις σταγόνες νερού πάνω στα χείλη σου
με την όρεξη σου για ζωή μέσα στο μαύρο
κάτι τέτοιες ώρες μου λείπεις
μα θα' θελα ο πόθος μου για σένα
να έσβηνε την κάψα μου γι'απάθεια
και την ανάγκη του να έχω επιλογή.
Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
διαλέγω τη μοναξιά
διότι τίποτα δεν κατάφερε ακόμα να την πνίξει·
μαζί σου είμαι μόνη με τις φοβίες μου
μαζί μου -απλά- μόνη.

Ναι μη με ρωτάς, σ'αγαπάω
μα δε γουστάρω πια να με φοβάμαι
κι έτσι σε χάνω στα στιχάκια μου
για να μπορώ να σε ψάχνω τα βράδια στον καπνό μου
ναι, σ'αγαπάω και το ξέρεις
αλλά η σκέψη σου είναι αδρανής
και με κρατάει πίσω
και πάνω απ'όλα δεν αρκεί 
για να γεμίζει με ζωή 
το άδειο μου χαρτί

Έρωτας μωρό μου, είναι η εκφυλισμένη επανάσταση
κι επανάσταση είναι ο εξιδανικευμένος έρωτας.
Δυο αέναοι κύκλοι, χωρίς αρχή και τέλος.
Και κάπου στη μέση τους εμείς
να αναρωτιόμαστε αν πριν τον θάνατο
προφτάσαμε να αγγίξουμε
να χορέψουμε
να κλάψουμε
να φιλήσουμε.

Ναι μωρό μου, σ'αγαπάω·
και κλείνομαι σε κενές σελίδες και κενά κελιά
μα αυτά τα γαμημένα τα κενά 
ποτέ δε γέμισαν μ'ανθρώπους

Περί μΕΘΙΣΜΟΥ.

Υπάρχουν φορές που "βγαίνω απ'τα παπούτσια μου" και υπερυψώνομαι στο ταβάνι σαν το κοριτσάκι του Εξορκιστή. Μόνο που όταν ο άλλος εαυτός μου με κοιτάζει απο κάτω, δεν τρομάζω και όταν συμβαίνει αυτό, ο ταβανίσιος εαυτός μου είναι μπρούμυτα για να μπορούμε να κάνουμε decent συζήτηση. Και μιλάμε πολύ ρε φίλε. Ερωτήσεις, απαντήσεις, δηλώσεις και διάφορα τέτοια σκηνικά. Μου κερνάω καφέ, μου χαρίζω κοπλιμέντα, μου κάνω κήρυγμα χειρότερο από το κάθε πιθανό κήρυγμα του οποιουδήποτε που με γνωρίζει. Κι έτσι αλληλοβοηθιέμαι. Μου πιάνω το χέρι και με τραβάω μπας και πάμε λίγο παρακάτω και νικήσουμε τον μόνιμο εχθρό μου: την αδράνεια. Σήμερα μόλις ξύπνησα λοιπόν, κοίταζα το ταβάνι του μικρού μου παγωμένου δωματίου και είχα μια από αυτές τις συζητήσεις-αναζητήσεις-διεκδικήσεις ή παρανοικές κουβέντες , πες το όπως θέλεις.

Συζητήσαμε για τον εθισμό. Μεγάλο θέμα, κοινότυπο και υπεραναλυμένο. Η διαδικασία εκμαίευσης των συμπερασμάτων από τα βρώμικα και σκονισμένα άδυτα του μυαλού μου δεν θα έλεγα πως είναι κι εύκολο πράγμα. Όπως ακριβώς ο τρόπος γραφής μου δεν έχει αρχή μέση τέλος και ουσιαστική δομή, έτσι και ο τρόπος σκέψης μου είναι άτακτος, ανορθόγραφος και εν μέρει αναρχικός. Συνειρμοί μου χτυπάνε την πόρτα και όπως έρχονται, αποχωρούν, σκέψεις χυδαίες με κάνουν να νιώθω ντροπή που τις σκέφτομαι και άτομα άκυρα με εμπνέουν να τους γράψω ποιήματα για τον τρόπο που γράφουν ή μιλάνε. Αυτή τη στιγμή, καπνίζω ασταμάτητα και μηχανικά. 

Το κάπνισμα. Από τη στιγμή που το τσιγάρο ανάμεσα στα δυο μου δάχτυλα ξεκινάει να καίγεται, δεν με ενδιαφέρει η ύπαρξη του ή η κάθε ουσία που μου προσφέρει. Καπνίζω επειδή μ'αρέσει να στρίβω. Αλλά ενώ θα μπορούσα να στρίβω και να χαλάω αμέτρητα τσιγάρα χωρίς να μαυρίζω τα πνευμόνια μου, νιώθω ότι το κάθε τσιγάρο που έχω στρίψει απο την εφηβεία μου ως και σήμερα, έχει έναν σκοπό: να καεί στο στόμα μου. Κι έτσι επέρχεται το τέλος. Όχι το τελείωμα, αλλά ο σκοπός που εκπληρώνεται καπνίζοντας το. Εχει δημιουργηθεί απο μένα για μένα και τελειώνει στο στόμα μου. Και το γουστάρω. Εθισμένη σε διαδικασίες τέτοιες και χαμένη στις ανορθόγραφες σκέψεις μου, παραμένω κλειστή και κλεισμένη μέχρι να με ανοίξει κάποιος βίαια και να δημιουργήσω αυτοκαταστρέφοντας το πιο κοντινό πράγμα σε μένα. Τον εαυτό μου. (σημ.: το αυτοκαταστρέφοντας είναι επιτηδευμένη υπερβολή)

Το γράψιμο. Κάθε δημοσιευμένη ανάρτηση είναι παρεμφερής με το τσιγάρο μου. Έχω αποκτήσει εθισμό στην αυτοαποδοχή των όσων γράφω. Οτιδήποτε παραμένει αδημοσίευτο στο συρτάρι μου αδιάβαστο από μένα δεύτερη φορά και από ένα τουλάχιστον ακόμη άτομο, αυτόματα δεν έχει αξία. Η αξία είναι στην επιλογή του να δημοσιεύω αυτό για παράδειγμα, κι ένα άρρωστο κείμενο με ορθογραφικά λάθη που πραγματεύεται μια βραδιά παθιασμένου έρωτα με κάποιον τύπο να παραμένει στην αφάνεια. Μέχρι να το πετάξω ή να το αποδεχτώ. Δεν είμαι εθισμένη στα γραπτά μου, για την καύλα μου τα κάνω στην τελική. Είμαι εθισμένη στις λέξεις που μπορούν να βγουν από τα δάχτυλα μου και να φτάσουν οπουδήποτε μακριά απο μένα. Μπορώ να πάρω μια μούτζα, ή κάποιο αχνό "μπράβο", μα ούτε αυτό με νοιάζει ιδιαίτερα. Ο εθισμός αυτός έγκειται στην εγκεφαλική μου ικανοποίηση, μετά την δημοσίευσή τους. Και αυτή η γαμημένη δυνητικότητα των όσων μπορώ να δημιουργήσω, μου γρατζουνάει το μυαλό και με κάνει να νιώθω υπέροχη ή υπεροχή.

Το αλκοόλ. "Δεν πίνεις για να ξεφύγεις, αλλά για να βρεις κάτι από το οποίο να θες να ξεφύγεις." Για άλλη μια φορά το Θ*Δ μου προσφέρει τροφή για σκέψη ή δυνατότητα κατάποσης τροφής μασημένης αμάσητα. Και στις δύο περιπτώσεις, βγαίνω κερδισμένη. Η τάση μου για αλκοολισμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πόσο ερωτικα απογοητευμένη είμαι. Και συνεπώς, τα δυο ποσά είναι ανάλογα. Όσο περισσότερο πληγώνομαι, τόσο πιο πολύ θέλω να πίνω κτλ. Δεν νομίζω πως υπάρχει θέμα σωματικού εθισμού στο αλκοόλ. Όλοι είστε εξαρτημένοι από την κατάσταση της μέθης μετά την όγδοη μπύρα. Και μαζί με τον συρφετό, κι εγώ το ίδιο. Αλλιώς θα ίδρωνα στη σκέψη ότι τέλειωσαν οι μπύρες στο ψυγείο μου. Και να μαι τώρα εδώ, είκοσι τρεις μέρες χωρίς να μεθύσω. Επαθα τίποτα; Δεν έπαθα. Μη πίνοντας ανακάλυψα πως τελικά ναι ρε παιδί μου, είμαι ερωτευμένη και απογοητευμένη. Αλλά όχι σε σημείο να επηρεάζεται η ζωή μου και οι επιλογές μου. Κι αν διαφωνείς, "τράβα καμία να ησυχάσεις".

Το σεξ. Σαν πράξη αυτούσια, δεν με ψήνει και πολύ. Δηλαδή ρε παιδί μου κάθομαι και σκέφτομαι πόσο πρέπει να φτιάξω τα μαλλιά μου και να βαφτώ, πως θα πλύνω τα σεντόνια μετά, πως να διώξω το εκάστοτε άτομο μα ώρα αρχύτερα χωρίς να φανώ αγενής και τέτοια. Κι όταν ξεκινάμε με τέτοιες σκέψεις, γάμησετα φίλε μου. Αστο να πάει στο γεροδιάολο, μη το κάνεις καθόλου. Σωστά; ΛΑΘΟΣ. Είμαι αρκετά εθισμένη στην μετακατάσταση της σεξουαλικής μου ικανοποίησης, ώστε να παραβλέψω όλους αυτούς τους παράγοντες, να σκάσω, να φορέσω το καλό μου κολλητό κολάν και να σε περιμένω σπίτι αγαπητέ. Το σεξ είναι κάτι που εκτός απο τα 10 δευτερόλεπτα ηδονής μου προσφέρει ενα χρονικό διάστημα ωρών, εντός του οποίου μπορώ να φτιάξω πράγματα. Αν είμαι ικανοποιημένη, μπορώ να σου γράψω από δοκίμια και ποιήματα, μέχρι μια τρισέλιδη ανάλυση για τον τρόπο που κάθεσαι, εντάσσοντας την στην θεωρια της υποκουλτούρας, τόσο γαμηστερή που ο Ντικ Χεμπντιτζ θα καθόταν στην γωνία και θα τράβαγε τα μαλλιά του. Θα προσέθετα στρατηγήματα στην τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο, και ο Σοπεν(χ)άουερ θα με καλούσε σπίτι του να πιούμε τσάι με λεμόνι. Δεν κατέχω την τέχνη του να έχω πάντα δίκιο. Κατέχω ένα αντίτυπο του αρχικού βιβλίου, αλλά μου αρκεί για να σου πετάξω το δίκιο μου στη μάπα.

Εγωισμός. Οχτώ γράμματα που αναβοσβήνουν σαν συμπέρασμα. Καπνίζω για να ταίσω το εγώ μου, κάνω σεξ για την πάρτη μου, πίνω για να δημιουργώ έρωτα εκεί που δεν υπάρχει και μέχρι και το γράψιμο γύρω απο μένα περιστρέφεται. Σωστό; Λάθος και πάλι. Τώρα νιώθω έτσι. Η κατάσταση είναι προσωρινή. Και ναι, με πληγώνω λιγάκι που κάθε μου λέξη φωνάζει "ΕΓΩ". Αλλά γράφοντας αυτά αποκτώ αξία. Κι εγώ και οι σκέψεις μου και ο άλλος μου εαυτός μαζί με το κάκιστο μου εγώ. Και έχοντας αξία φίλε μου, αξία που μόνο με ενα κλικ νομίζω πως αποκτώ, μπορώ να αράζω πίσω απο την οθόνη του λάπτοπ μου και να πίνω μια φραπεδάρα αμέριμνη. Μέσα σε μια αίσθηση ψεύτικη ότι αφήνω κάτι πίσω μου όσο μεγαλώνω. Ακόμη και να μη συμβαίνει, πάλι κερδισμένη βγαίνω. 

Ένα πρωί κάποιου χειμώνα που θα ξυπνήσω σε κρεβάτι άλλου, ο εαυτός μου θα πέσει πάνω μου και θα με πλακώσει. Κι έτσι μ'ενα μπαμ θα χαθούν ψευδαισθήσεις, ωραιοπάθειες, καταθλίψεις και ανία. Κι ίσως τότε να πάψω να πιστεύω πως κάθε μου σκέψη είναι τόσο σημαντική που οφείλει να καταγραφεί στην μπλογκόσφαιρα. Μέχρι τότε όμως, θα'μαι εδώ και θα σε περιμένω στρίβοντας ανασφάλειες μαζί με τα ροζ μου τσιγάρα.

Υ.Γ.1 : Ταυτίσου μαζί μου, άσε την άλλη κι έλα να μείνουμε μαζί. Και ίσως ξαναρχίσουμε τις μαύρες μπύρες παρέα.

Υ.Γ.2 : Κωλοψήνει έστω να σε ξαναδώ. Θα'ρθω προς τα κάτω και θα βαράω κουδούνια γιατί σ'αγαπώ. (σε θέλω, απλά το σ'αγαπώ έκανε ρίμα).

Η προσμονή του βιασμού και ο βιασμός της προσμονής : Α tale of sexpectations.

Φοβάσαι τον Θάνατο, μόνο και μόνο επειδή είναι κάτι άγνωστο, μόνο και μόνο επειδή κανείς πεθαμένος δεν γύρισε πίσω να σου πει πως είναι. Αν γνώριζες στα σίγουρα τι θα γίνει, ακόμα κι αν κακοπερνούσες σαν νεκρός ρε αδερφέ, θα κάπνιζες δυο τσιγάρα παραπάνω και δε θα σ’ ένοιαζε αν σε βρίσκανε αναίσθητο κάπου στις έξι το πρωί με μια βελόνα στο αριστερό σου χέρι. Φοβάσαι τον Θάνατο και δε φοβάσαι τη ζωή. Δεν πα να είσαι στραπατσαρισμένος, άνεργος, φτωχός, με ψυχολογικά ή οίδημα στα πνευμόνια; Δε σε νοιάζει. Αρκεί να λες ότι ζεις. Μένεις εδώ, υπομένεις, περιμένεις, αναμένεις αναμμένος ανάσκελα για δουλειά, γκόμενα ή σπίτι, σπιτώνεσαι σε ξένους, αγχώνεσαι, σηκώνεσαι τα πρωινά ψελλίζοντας «ακόμη εδώ είμαι;» , αναζητάς περαστικούς για συντροφιά, για να αποφύγεις τη μοναξιά, μια μοναξιά που εν τέλει δεν αποφεύγεται. Πάρτο απόφαση. Μόνοι ερχόμαστε μόνοι παραμένουμε και μόνοι αποχωρούμε από τον πλανήτη.

Ψάχνω ακόμα την φωνή μου. Κάποιος μου την έκλεψε, δεν μπορεί. Την ψάχνω στο δρόμο, σε σοκάκια σε μικρά καφέ, στη ροτόντα, στο λιμάνι, στην σκοτεινή νέα παραλία. Δεν μπορώ να την βρω πουθενά, κάποιος μου την έκλεψε ή μου έπεσε από την τσέπη όταν προσπαθούσα να ανοίξω ένα μπουκάλι μαυροδάφνη. Θα βγάλω αφίσα ότι ψάχνω την φωνή μου, μα ανησυχώ, θα με περάσουν για τρελή και δεν το θέλω, η παράνοια μου μιλάει τελευταία αλλά δεν έχω φωνή να της απαντήσω, ντρέπομαι και της αφήνω post it κολλημένα στο ψυγείο, δεν ξέρει να γράφει, η συνεννόηση έχει χαθεί πολύ πριν την ανακαλύψουν, η παράνοια μου ψιθυρίζει λόγια αγάπης στο πίσω μέρος του αυτιού μου μα ξέρω να φυλάγομαι, ξέρω πως είναι ψεύτικα μα δεν έμαθα ποτέ να αναγνωρίζω το ψέμα από την εκάστοτε αλήθεια, οι αλήθειες πονάνε, έτσι μας λέγανε από μικρούς μα εμείς αγκαλιάσαμε τον πόνο φορώντας μόνο ψέματα, αντιφατικό, δε νομίζεις; Τι κι αν δε με νοιάζει τι νομίζεις εκτός κι αν το νομίζεις για μένα, ο κόσμος γυρνάει γύρω από το παχουλό μου εγώ, τελευταία παραπάχυνε και ζητάει δίαιτες, δεν έχω λεφτά για διατροφολόγους, όσο δεν τρώω το εγώ μου παχαίνει περισσότερο, η συνάρτηση μεταξύ μας είναι αντιστρόφως ανάλογη ή κάτι τέτοιο, δεν ξέρω από μαθηματικά, ποτέ δεν τα έμαθα μα μου χρειάστηκαν εν τέλει, μου χρειάζονται άπειρα πράγματα και σε μένα και στο εγώ μου μα αρκούμαστε μόνο σε όσα δεν αντικατοπτρίζουν τις ανάγκες μας.  Συνυπάρχω σε τέσσερις τοίχους με ένα εγώ και την παράνοια του, δεν είμαι σίγουρη αν το εγώ είναι δικό μου ή δικό σου, σημασία έχει πως δεν γούσταρα ποτέ συγκάτοικο, θέλω να βρωμίζω το σπίτι μόνη μου για να μην έχω κανέναν να κατηγορήσω το επόμενο πρωί, θέλω να κατηγορώ μόνο τον εαυτό μου, φοβάμαι να πεθάνω μα δε φοβάμαι να βασανιστώ, φοβάμαι να σε αντικρύσω μα δε φοβάμαι την απόρριψη, φοβάμαι να με απορρίψω μα δεν με δέχομαι κιόλας, φοβάμαι τα μάτια σου, φοβάμαι τα μάτια μου όταν σε κοιτάζουν, φοβάμαι τον πάτο του ποτηριού μου γιατί θα σημάνει το τέλος, τρέμω στην ιδέα του τέλους, τελειώνω στην ιδέα του τρόμου, φοβάμαι και τελειώνω φοβισμένη αγκαλιάζοντας τον φόβο, τέλειωσαν τα τσιγάρα, περίμενε.

Σε πιάνω μα δεν σε αγγίζω και θυμάμαι τότε που σε άγγιζα μα δεν κατάφερνα να σε πιάσω πουθενά, είμαι ερωτευμένη μαζί σου, μόνο εδώ μπορώ να στο ομολογήσω γιατί οι εξομολογήσεις έχουν φύγει από τη μόδα, «αφήνω τα βλαμμένα με τη μόδα να χαίρονται» τα πρότυπα όμορφου έρωτα όμορφα καίγονται, οι Jolly Roger παίζουν μονίμως στο backround, είτε κοιμάμαι είτε καθαρίζω, τρίβω πατώματα να φύγει η βρωμιά κι όμως η ψυχη μου λερώνεται περισσότερο, θα θελα να πίστευα πως δεν έχω ψυχή μα τα βράδια μου χτυπάει το τζάμι της μπαλκονόπορτας ικετεύοντας να μπει στο σπίτι μου, όποιος μπαίνει σπίτι μου αυτόματα ανοίγει τις πόρτες του μυαλού μου και μπαινοβγαίνει αμέριμνος, το μυαλό μου είναι βρώμικο γιατί το λέρωσες όταν δεν μ’άφησες να σ’αγαπήσω, θέλω να έρθω να σε βρω μα ποτέ δεν ήμουν καλή στο ψάξιμο, θα χάσω το σπίτι σου, θα χάσω τη διεύθυνση, οι μόνες διευθύνσεις που εμπιστεύομαι είναι οι ηλεκτρονικές, γίνονται όργια στο ίντερνετ μα από κοντά δε λέμε ούτε καλημέρα, καμιά μέρα, σε καμιά σφαίρα κανενός μυαλού, ζω μονάχα τα βράδια στα λάηβ επειδή πίνω, και πίνω επειδή με αφήνουνε να ζω, «φοβάμαι να πεθάνω» αλλά πιο πολύ φοβάμαι να πεθάνω χωρίς να σου πω αυτό, είναι το μόνο που μου χει μείνει, η μόνη μου αλήθεια, σ’αγαπώ.
Από Καμύ και λοιπά σκηνικά απέμειναν Τσιμπουκοφσκικά σκατά που βιάζουν ολονών μας τα εγώ χωρίς να φέρονται ρατσιστικά, η αυτοκαταστροφή έγινε τρόπος ζωής τι κι αν δεν υπάρχει ζωή πόσο μάλλον τρόπος, πόνος είναι να αγκαλιάζω το μπουκάλι μου στη σιωπή ενώ θα μπορούσα να αγκαλιάζω εσένα που είσαι και alcohol free, πόνος είναι να μη διαβάζεις το μπλογκ ενώ σε έχω κάνει από παντού μπλοκ, πόνος είναι το σώμα μου στο στόμα σου, πόνος είναι κάτι που αντιλαμβανόμαστε μηχανικά και εξερευνούμε πειραματικά.

Οι συνειδήσεις βγήκαν σε εκπτώσεις στις ειδήσεις.
Οι πτώσεις συνειδητά ξέπεσαν στην αδράνεια.
Η αδράνεια είναι γένους αρσενικού.
Γιατί πολύ απλά μπορεί άνετα και με γαμάει.

Υ.Γ.  Αναρωτιέμαι.. Όταν κάνεις log in με τον παίκτη μου και βλέπεις το character name, άραγε με σκέφτεσαι ποτέ;

Train station blues

3 Μαίου.

Ξεκινας ένα μεσημέρι, με έναν σάκο στον ώμο και κανα ψιλό στην τσέπη για ένα μικρό ταξίδι προς τον νότο. Στην πίσω τσέπη λίγος καπνός, το τσακμάκι στο τσεπάκι ενός καρό πουκάμισου, τα ακουστικά σφηνωμένα στα αυτιά σου και το βλέμμα μπροστά. Περπατάς αργά, ο σάκος είναι σχετικά βαρύς κι ας μην πήρες πολλά ρούχα μαζί. Βαρύς ο σάκος, βαριά και τα βήματα. Πάντα ξεκινάς πιο νωρίς, γιατί φοβάσαι μη χάσεις το τρένο. Αν αφαιρέσουμε τις αναμονές σε σταθμούς τρένων, σε στάσεις αστικών και κτελ, στοιχηματίζω πως άνετα κερδίζουμε ένα δίμηνο ζωής παραπάνω.
Ανάβω τσιγάρο παρακολουθώντας τους περαστικούς. Βγάζω μπλοκάκι να καταγράψω ότι βλεπω σαν γνήσιος κοινωνικός ανθρωπολόγος. Αρχίδια, δεν βγαίνει τίποτα σήμερα και ενας τριαντάρης καλοντυμένος με κοιτάει με νόημα. Άλλη φορά.

11 Μαίου.

Οι σταθμοί των τρένων είναι πολύ στενάχωροι. Τους φαντάζομαι κάλλιστα σαν κακη απομίμηση αιθουσών αναμονής ιατρίου. Μόνο που αντί για οινόπνευμα και αποστειρωμένη βελόνα, βρωμάνε εγκατάλειψη και αποσύνθεση. Κανείς δε νοιάζεται για τη μούχλα στα τσιμέντα, κανείς για τις γόπες στο πάτωμα. Η βρωμιά είναι παντού γιατί πολύ απλά, ο σταθμός είναι απλά ένα μέρος που περιμένεις καπνίζοντας ή ακούγοντας μουσική. Και ξεφορτώνεσαι σκουπίδια απο γκουντυς και ποτήρια με καφέ 3 ωρών.
Τα χειμωνιάτικα βράδια στο σταθμό είναι μελαγχολικά, τα καλοκαιρινά αποπνικτικά και πάει λέγοντας. Εχω γίνει φίλη με αυτό το παγκάκι. Χειμώνα καλοκαίρι, περιμένω εδώ. Μπλοκάκι.
Γυρίζω τις σελίδες ψάχνοντας μια κενή για να γράψω για μια ενδιαφέρουσα τύπισσα που καπνίζει απέναντι μου. Πέφτω πάνω σε παλιά γραπτά από τον σταθμό τρένων του Βόλου. Χαμογελάω και τα σκέφτομαι. Η ανθρωπολογία μπορεί να περιμένει.

17 Μαίου.

Κατεβαίνω από το σπίτι στην Ιασωνίδου για να πάρω το 14 προς σταθμό. Αναμονή και τσιγάρα, υπάρχει συγκέντρωση παραδίπλα που έχει κλείσει τον δρόμο. Συναντώ έναν παλιό γνωστό. Γεια τι κάνεις, καλά να σαι, να πάμε για κανα καφέ, φυσικά κι έχω χρόνο. Επιβεβαιώνουμε τις υποσχέσεις για καφέ με μια θολή χειραψία χωρίς καμιά δύναμη ανάμεσα σε κιτρινισμένα απο τσιγάρα δάχτυλα. Το ξέρουμε κι οι δυο, πως δε πρόκειται να πιουμε τον καφέ. Στανταράκι.
Έρχεται το αστικό, μπαίνω, σκοντάφτω σε μια τσάντα, πέφτω, δεν με ενδιαφέρει, χτυπάω εισιτήριο, είμαι νομοταγής πολίτης εγώ. Μέχρι να βάλω τα ακουστικά έχουμε φτάσει Αντιγονιδων. Ανυπομονώ να πάω στη μάνα μου για να μην καπνίζω άλλο. 
Ο σταθμός είναι φωτισμένος όμορφα, είναι ίσως η πρώτη φορά που μου αρέσει, μια όμορφη τύπισσα στέκεται μπροστά μου και μου δίνει δωρεάν χαρτάκια -τι ευτυχία!
Εισιτήριο, σκάλες, "Το τρένο της γραμμής Θεσσαλονίκης-Έδεσσας θα καθυστερήσει τριάντα λεπτά".
Ο τέλειος χρόνος για να περιγράψω οτι βλέπω. Αυτό περίμενα. Μπλοκάκι.
"Απέναντί μου κάθεται κάποιος που με κοιτάζει επίμονα. Αυτή τη στιγμή έχει καρφωθεί στην μπλούζα μου. Βυζιά δεν έχω, άρα προφανώς κοιτάζει το λογότυπο της μπάντας. Θα του μιλήσω, το αποφάσισα"
Αργό σταθερό βήμα, πριν μιλήσω έχει αλλάξει κατεύθυνση. Γυρνάει από το περίπτερο βγάζοντας ένα καρέλια απο την λευκή κασετίνα. Του προσφέρω φωτιά. Την δέχεται χαμογελώντας. Έχει ρυτίδες έκφρασης, είναι κάτι λιγότερο απο 30 ετών και μου αρέσει επικίνδυνα. Φοράει μπλούζα black παγανιστικής metal μπάντας, φοράω μπλούζα VENOM. "Ωραίο μπλουζάκι" η πρώτη κουβέντα του, δειλό "ευχαριστώ" η απάντηση μου. Σιωπηλό κάπνισμα και βλέμματα υπόσχεσης. Δεν έχω χρόνο να γράψω στο μπλοκάκι μου για άλλη μια φορά. Ιδιο βαγόνι, κοντινές θέσεις, καθόμαστε απέναντι, ο ερωτισμός είναι έντονος, το τρένο έχει τουαλέτα αλλά σιχαίνομαι, τα ηλίθια φώτα που βγαίνουν απο παμπάλαιες λάμπες φθορίου δε λένε να σβήσουν και νιώθω άσχημη, εκείνος κοιτάει από το παράθυρο μόνο που δε φαίνεται τίποτα.
Πηγαίνει στην τουαλέτα, δεν ακολουθώ, γυρνάει και με ρωτάει που κατεβαίνω. Η ανάσα του μυρίζει τσιγάρο, όπως και η δικιά μου. Κατεβαίνω Νάουσα, κατεβαίνει 2 στάσεις μετά.

Του γράφω το τηλέφωνο μου σε ένα χαρτάκι. Του το δίνω αγγίζοντας επίτηδες τα δάχτυλα του, όπως κάνουν στις ταινίες. "Θα σε πάρω", η φωνή του.
"Για Νάουσα να ετοιμάζεστε", η φωνή του εισπράκτορα. Βαλίτσα. Πόρτα. Σκοτάδι. Ο αδερφός μου περιμένει με αναμμένη μηχανή. 


20 Μαίου.

Εχω καθαρίσει τα πάντα μέσα στο στενάχωρό μου δωμάτιο. Μόλις έκανα μπάνιο και στεγνώνω απολαμβάνοντας ένα τσιγάρο που έστριψα όπως όπως. Απο τα ηχεία ακούγονται οι Earth. Ο δίσκος που ακούω είναι η καλύτερη παρέα όταν θες να γράψεις οτιδήποτε. Ηρεμώ, αλλά δεν πέφτω. Η πτώση μπορεί να είναι ηρεμιστική, μα τελευταία κάνει εκ-πτώσεις μέχρι και στην ηρεμία. Νιωθω μια έντονη επιθυμία να καταλάβω μαθηματικά και στατιστικές, αλλα οι στατιστικές είναι για τους κοινωνιολόγους και οι συναρτήσεις λένε ασυναρτησίες στο κεφάλι μου. Σταθερές και μεταβλητές υπάρχουν παντού. Για τις μεταβλητές είμαι απόλυτα σίγουρη, οι σταθερές με κάνουν να βαριέμαι κυρίως επειδή είναι ανυπόστατες. 
Το μόνο που έμαθα είναι λίγη αριθμητική. Κυρίως γιατί μετράω μέρες μέχρι να γίνει κάτι και μέρες μέχρι να τελειώσει, αφού έχει γίνει. Και αφαιρώ και προσθέτω, μέρες, λεφτά, ανθρώπους και τσιγάρα. Στους ανθρώπους χρησιμοποιώ διαίρεση, στα τσιγάρα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό, στα λεφτά αφαίρεση. Τα λεφτά δε μου φτάνουν για όσα θέλω να κάνω, αλλα είναι υπεραρκετά για να τρώμε κι εγώ κι εσύ παρέα κάθε μέρα με άνεση. Γάμα τα ξύδια και ταξίδια, οι μέρες είναι δύσκολες και το νερό πιωμένο. 

Το μπλοκάκι μου είναι μωβ, χοντρό και τσαλακωμένο. Έχει γεμίσει από αριθμούς τηλεφώνων, αριθμούς διευθυνσεων, ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Μερικές φορές του μιλάω, αλλά αυτά που λέμε δεν καταγράφονται. Είναι off the record. Και αυτά είναι τα καλύτερα. Αυτά που δε χρειάστηκαν χρόνο για να γραφτουν, αυτά που σκέφτομαι να πω και δεν τα λέω, αυτά που σκέφτεσαι και φοβάσαι να μου πεις.

Το μπλοκάκι μου είναι σαν έναν σταθμό τρένων. Βρώμικο και μες στη μούχλα. Αν ήταν κατάσταση ήταν η "Αναμονή" κι αν ήταν ήταν τέχνη θα ήτανε η ποίηση. Άλλοτε ρομαντική, άλλοτε καταραμένη, άλλοτε κυνική είτε ασυνάρτητη. Στα μαθηματικά θα ήταν μια εξίσωση με πολλές λύσεις, στην λογοτεχνία ένα κείμενο με πολλές ερμηνείες, στην αρχαιότητα ένας gay παιδοτρίβης που θα πήγαινε το παιδί σου σχολείο. 

Το μπλοκάκι μου είναι η μοναδική διέξ
Τηλέφωνο. Τσιγάρο.
Καληνύχτα.

Σκάσε μωρή πελότα που θέλεις και τίτλο

Πέρασε μια ώρα κοπανώντας τραπέζια, κρεβάτια, μπύρες πάνω σε τραπέζια και κρεβάτια, το κεφάλι μου στον τοίχο, το χέρι μου στο παντζούρι και ξέρω πως μπορεί να μη σε νοιάζει, αλλά ρε γαμώ την πουτάνα μου δεν έχω άλλο τρόπο έκφρασης. Δεν έχω που σκατά να τα πω. Για αυτό θα τα γράψω.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Αν θίγεσαι προσωπικά απο σεξιστικά/ρατσιστικά/ομοφοβικά/φασιστικά σχόλια, συνέχισε με δική σου ευθύνη. Μουνάκι.

Είμαι ανίκανη να συγκροτήσω κάθε σκέψη τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλα θα προσπαθήσω όσο μπορώ, υπόσχομαι. 
Θέμα πρώτο, τελευταίο και ασυνάρτητο: Θεσσαλονίκη και αναρχία.

Ωραία πόλη, πουλάκια που κελαηδούν στη Νέα παραλία, μαγαζάρες, μουσικές σκηνές, κάθε λογής κόσμος, παρέες που σε προσκαλούν στο άκυρο να βγείτε, τυχαίες γνωριμίες που οδηγούν σε σεξ ή σε γάμο με άντρες γυναίκες ανήλικα ή εκκολαπτόμενους δολοφόνους. Ναι ρε φίλε. Με αρέσει και μένα εδώ. Γουστάρω να βγαίνω και να βλέπω παντού κόσμο. Γουστάρω μέχρι και το τελευταίο κωλόμπαρο γιατί είναι μέρος μιας κοινωνίας που με καυλώνει. Το παν στη γαμημένη ζωή είναι η ισορροπία. Για να υπάρξει η ισορροπία, που είναι το μέσο, πρέπει να υπάρχουν άκρα. Τα άκρα, αν τα ενώσεις στην γραμμή που ορίζει την δεξιά και την αριστερά, είναι δίπλα δίπλα. Ναι, καλά κατάλαβες, σας βάζω στο ίδιο τσουβάλι με τους χρυσαυγίτες. Μερικοί παλεύετε για το αντίθετο απο αυτούς, μα με τον ίδιο τρόπο. Αν δεν υπήρχε ο φασισμός δεν θα υπήρχαν οι αντίφα και το αντίστροφο. Καλώς η κακώς, τυχαίνει να ελκύομαι από τον αριστεροαναρχικόπωςστονμπουτσοτονλέτε χώρο. Παρόλα αυτά, δεν θεωρούμαι "του χώρου" όπως χαρακτηριστικά θα ακούσεις να λένε οι αναρχιστές που κυκλοφορούν πέρα δώθε στα πανεπιστήμια και δεν χάνουν συνελεύσεις και αυτοοργανωμένα λάηβ και καφενεία και κάθε ειδους "αντίφα" πράξη. Ναι ρε μάγκες. Μαζί σας. Αυτοοργάνωση και αναρχία. Και στέκια σκορπισμένα σε όλη την όμορφη μας πόλη. Εδώ κι εκεί. Στέκια μάυρα, στέκια κοκκινόμαυρα, στέκια σκέτα κόκκινα, στέκια μηδενισμού και στέκια χρωματιστά για τους πιο χαρωπούς. Στέκια χιπχοπ, στέκια πανκ, στέκια μέταλ, στέκια που αργά βάζουν παντελίδη μετά απο stoner live. Χίλια δυο γαμημένα στέκια που αντι να συνεργάζονται, είναι χωρισμένα μεταξύ τους μέχρι δακρύων. Αν είσαι σε ένα στέκι, δεν πας σε άλλο. Κι εγώ αυτά αναγνώστη, δε τα ξερα. Απο πείρα τα έμαθα. Η διάσπαση της διάσπασης την διασπαστική διάσπαση ω ΔΙΑΣΠΑΣΗ. Σας μισώ όλους ρε. Μηδενίζομαι ρε για να μπορώ να σας μηδενίσω. Αλήθεια σας μισώ αλλα σας χρειάζομαι για τα live ρε μουνάκια. Γιατί δεν γουστάρω να πληρώνω για μπάντες που παίζουν τζάμπα ούτως ή άλλως. 
Όταν η αριστερά είναι χίλια δυο κομμάτια κι εσύ που είσαι αναρχικός δεν πας σε πάρτυ της ΕΑΑΚ και η ΕΑΑΚ δεν έρχεται στα δικά σου, σε λυπάμαι. Εσένα αναρχικέ που δεν κατέβασες το αφαζοάλμπουμ γιατί το διακινούσε το 902, σε οικτίρω. Εσένα κομμουνιστή που σε χαλάει η μυρωδιά του μπάφου στο πανεπιστήμιο ενώ σπίτι σου καπνίζεις στα κρυφά από το κόμμα λόγω απαγόρευσης του καταστατικού, σε λυπαμαι και σένα. Λυπάμαι κι εσένα αναρχόπουστρα που πας ντυμένος γκόμενα μόνο σε γκεόμπαρα και αν έρθω εγώ με κοιτάς από πάνω μέχρι κάτω με μίσος επειδή τυχαίνει να έχω αιδοίο. Και ναι. Σε κατονομάζω πούστη. Μπορείς να με πεις ελεύθερα σεξίστρια. Είμαι ρε μουνάκι. Λέω την λέξη μουνάκι διακόσιες φορές τη μέρα. Έλα και κρέμασε μου κουδούνια. Και μένα, και όποιον το κάνει. Σου αρκεί; Χαίρομαι.
Ανοιχτές συνελεύσεις λέει. Ανοιχτές για ποιόν; Που πήγα και με κοιτούσαν σαν ασφαλίτισσα; Γιατί; λόγω εμφάνισης; Δεν είμαι αρκετά πάνκισσα για τα γούστα σας; Δεν είμαι αρκετά λεσβία για σας, επειδή ξυρίζω τη μασχάλη κι αποτριχώνω το μουστάκι μου; Τι θέλετε να κάνω για να με δεχτείτε; Και άντε εμένα γράψτε με στα αρχίδια σας ή στις μουνάρες σας λεσβίες ακτιβίστριες φίλες μου. Κοιτάχτε λίγο να τα βρείτε μεταξύ σας. Όταν δεν μπορείτε να συνυπάρξετε, δεν μπορούμε να σας στηρίζουμε όλους. Μετά κλαίγεστε που δεν είχατε κόσμο και ανταπόκριση. Αυτά να τα σκέφτεστε όταν μας περνάτε απο ιερά εξέταση να δείτε πόσα κιλά μαχητικοί αντιφασιστές είμαστε.
ΜΑΛΑΚΑ μου, η δουλειά του μέλλοντος στη Θεσσαλονίκη, θα είναι ένα γραφείο, που έπειτα απο συνέντευξη με τον εκάστοτε υπεύθυνο, θα σου λένε ποιο χρώμα στεκιού σου ταιριάζει. Κάτι σαν συνοικέσιο αναρχίας. Είσαι μηδενιστής; Θα πας εκεί. Είσαι lgbtgtp? Απο δω παρακαλώ. Ναι ναι, περάστε, ντυθείτε έτσι και δεν θα υπάρξει πρόβλημα.
Επίσης, αναρχικοί, υπάρχει μια λέξη γαμάτη αν γίνεται πράξη. Λέγεται ΣΥΝΕΠΕΙΑ. Ξέρω, είστε κατά της αρχής, κατά του νόμου, κατά της καταστολής και μπλα μπλα μπλα, αλλά ρε γαμώ την πουτάνα. Λέμε να συναντηθουμε στις 8. Μην έρχεσαι στις 10 με τον μπάφο στο χεράκι με ύφος κουλτουροχίπη καλοτεχνίτη αφού τελείωσε σουρεαλιστικό πίνακα, γκέγκε; Είπαμε να κάνουμε συζήτηση. Καλός κι ο μπάφος, δε λέω, σε χαλαρώνει. ΑΛΛΑ ΔΕ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ. Δεν μπορώ να κάνω αίτηση στις 4 για να σου μιλήσω στις 5.
Θίγεσαι; Το παίρνεις προσωπικά; Καλά κάνεις. Τι νομίζεις ότι εγώ είμαι γαμάτη; Οτι το παίζω έξυπνη; Ούτε καν μουνάκι. Σκατα κι απόσκατα είμαι κι εγώ. Νομίζεις ότι όλο αυτό το ξέσπασμα είναι για κακό; Ούτε καν ρε μαλακισμένο. Μα δεν είναι ούτε για καλό. Είναι για να μιλήσουμε λίγο, να απαντήσεις λίγο, να μου δώσεις λίγη γαμημένη σημασία και να μην με κοιτάς σαν εξωγήινο όταν σε πλησιάζω για να πούμε μια ανθρωπινη κουβέντα.

Την επόμενη φορά που θα σας πω γεια και θα μου απαντήσετε με ειρωνία, δεν θα κάνω τίποτα.
Αλλά όταν θα ζητάτε υποστηρικτές δεν θα τρέχω για την πάρτη σας μουνάκια. Καλή η διαφήμιση, μα καλύτερη η δυσφήμιση. Τα λέμε στο δρόμο. Ναι στον ίδιο δρόμο που θα αράζω κι εγώ με άτομα ελεύθερα που δεν καθορίζουν την ζωή τους από ένα γαμημένο χρώμα και όταν σου μιλάνε, χαμογελάνε παλιομαλάκα υποτιθέμενε αριστερέ της Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΩ κάθε κλίκα, κάθε ομάδα και κάθε κίνημα που είναι υπόδουλο σε άλλες ομάδες.
Ναι ρε. Καταδικάζω.

Και μετά αναρωτιέμαι γιατί ανθεί ο αναρχομηδενισμός στις μέρες μας. Καλύτερα να γυρίσω στο χωριό μου ρε, που είμαστε 500 χρόνια πίσω αλλα τουλάχιστον ο φασισμός είναι ξεκάθαρος και δεν κρύβεται πίσω απο στέκια και οργανώσεις.
Τα κεκαλυμμένα σκατά με ενοχλούν περισσότερο ρε. Λίγη κατανόηση, λίγο παραπάνω διάβασμα για όλους μας και λίγη αλληλεγγύη ΠΟΥ ΤΗΝ ΓΡΑΦΕΤΕ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΟΣ
Στα διάλα όλοι σας 

29 τ'απρίλη το 2014

Βασικά καλησπέρα σας, καλημέρα σας αν ξυπνήσατε τώρα, καλό σας μεσημέρι μανάρια, είστε καλά; Καλα να είστε να σας βλέπω να σας χαίρομαι. Εγώ για να'μαι εδώ προφανώς δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Έχασα τη φωνή μου σήμερα. Ίσως να είμαι επηρεασμένη απο This Is Past, ίσως να βράχνιασα, ίσως να κουράστηκε το στόμα μου να ανοίγει και να κλείνει βγάζοντας φωνή που πολλοί ακούνε μα κανείς δε της δίνει σημασία. Wow, είμαι μια attention whore μωρό μου, πόσο τέλειο παίζει να είναι αυτό; Κοινότυπη και όχι κοινότοπη και στο μουνάκι μου αν δεν υπάρχει τέτοια λέξη στο λεξικό. Σήμερα γαμάω τα λεξικά, ρωσσοελληνικά και ελληνορωσικά, γαμάτα σκηνικά, κυνικά σκατά, ωραία φάση δε νομίζεις; Δεν ξέρω ρε συ αν όντως μιλάω σε σένα ή σε μένα. Η και στους δυο. Μάλλον σε κανέναν. Ούτε 'γω δε μ'ακούω, μην πολυμασάς, δε τρέχει prob, στρίβω τσιγάρο, περίμενε.
Θέλω να δουλέψω και να γίνω αποδοτική. Δεν με ενδιαφέρει αν θα πληρώνομαι σε ρευστό ή σε ανασφάλειες. Αρκεί να παράγω έργο, αναγνωρισμένα και όχι άτακτα και χωρίς σκοπό. Μα αν αποκτήσω σκοπό, θα αρχίσω να στοχεύω αλλού και ο σκοπός θα χάσει το στοχοποιημένο του νόημα, μπερδεύομαι, δεν έχω πιει το ορκίζομαι, δεν πίνω γιατί δεν οδηγώ, αν οδηγούσα θα έπινα για να με βρουν νεκρή πιωμένη αντίθετα της Τσιμισκή μια Παρασκευή νωρίς το πρωί, αφου θα χω γυρίσει απο το κωλόμπαρο που συχνά βρίσκομαι εκεί, μόνη μου ή μη, με φίλους ή μοναχική, οι πουτάνες είναι παντού και νιώθω μία απο αυτές, τι κι αν δε νιώθω γυναίκα, η πουτάνα δεν έχει φύλο ούτε φίλους, έχει μόνο ανασφάλειες και κόκκινο κραγιόν. Τα κουνούπια είναι παντου και τα μισώ ρε φίλε και θέλω να τα βλέπω νεκρά στο σπίτι μου, σε εικόνες, σε ζωγραφιές, σε τραγούδια, σε διαφημίσεις και σε σπαμμινγκ μέχρι αηδίας στον σαπισμένο μου φορητό υπολογιστή.

Στρίβω ξανά γιατί τα τσιγάρα πια δεν τα καπνίζω, απλά ρουφάω την ψυχή από μέσα τους, αν έχουν ψυχή δηλαδή, και τι είναι η ψυχή, ξέρει κανείς να μου πει; Θέλω να αγοράσω ταμπλέτες για τα κουνούπια και μαύρες σακούλες σκουπιδιών, αν υπάρχει η ψυχή τα κουνούπια μου την παίρνουν όλη, δεν έχω πια υπομονή, οι ταμπλέτες είναι εκεί, στο διπλανό ταμπ υπάρχει το soundtrack του βδελύγματος στο γρανάζι του φρανκ η κατι τέτχοιο τέλος πάντων, θέλω να το ξανακούσω όλο γιατί δεν το κατανοώ κι είμαι πολύ επίμονη για να παρατήσω ό,τι δεν κατανοώ, το λέγανε κι οι Νέβμα παλιά "είναι ντροπή να παραμένεις εκεί που σβήνει η δικιά σου η φωνή", δεν ξέρω γιατί το σκέφτηκα αυτό, μάλλον συνειρμικά, πλέον δεν χωρίζω προτάσεις, ολα τα αποξενώνω με κόμμα, ακόμα αποξενωμένη από όλους και από όλα, ξαναγίνομαι κοινότυπη, μπορεί ποτέ να μην ξέφυγα απ'το κοινότυπο μα δε με νοιάζει, ο φρανκ γαμάει και νομίζω ότι δεν έχει άμεση αναγνώριση γιατί δεν λέει αυτά που νιώθει με λόγια. Τα λόγια δεν είναι μόνο φωνές, τα λόγια είναι πολλά περισσότερα πράγματα, λόγια είναι αυτά κι ας μη μ'ακούς, λόγια είναι τα σκίτσα του φρανκ, λόγια είναι οι χίλιοι δυο τρόποι που στρίβω και πίνω, τα λόγια τα αντιλαμβανόμαστε ανάλογα τα ερεθίσματα κι εγώ με τον φρανκ ερεθίζομαι, όχι θετικά, ούτε αρνητικά, μα έντονα και σωστά, όπως πρέπει, έτσι πρέπει, θα κάψω όλα τα πρέπει και θα ρίξω την στάχτη τους στην μπύρα μου το βράδυ.

Το βράδυ δεν πίνω γάλα, πίνω μπύρα γιατί το γάλα μου θυμίζει σπέρμα και το σπέρμα το βαρέθηκα, είναι πικρό και μου χαλάει το λαιμό χειρότερα από τα προιόντα του γιώργου του καρέλια, οι Νέβμα λέγανε πως δεν αλλάζουν, μα άλλαξαν έτσι δεν είναι; Αυτό θα κάνω κι εγώ, ελπίζω αυτό να το διαβάζεις γρήγορα επειδή αργά δεν πολυλέει, αργά η γρήγορα δεν έχει σήμασία, τα πάντα αλλάζουν, τα πάντα ρει και τίποτα δεν μένει, το "τι μένει;",  αλλο πάλι κι αυτό, δε ξέρω τι σημαίνει, δεν μου αρέσουν τα αρχαία, δεν τα έμαθα ποτέ κι ας τα διδάχτηκα, το μόνο που ξέρω είναι πως δεν ξέρω τίποτα, ο Σωκράτης δεν το'πε αυτό; Και τι μας νοιάζει, με νοιάζει μόνο ο Αλκιβιάδης που ήταν δηλωμένος bisexual, κι ας μην ξέρω τίποτε από όσα έχει πει, σταματάω να μιλάω για αρχαία μη με περάσεις για χρυσαυγίτισσα αρχαιολάγνα, η φωτο προφίλ στο φουμπού μου με τρομάζει μα δεν την αλλάζω, γιατί μπορεί να'σαι τρομολάγνος και να με ερωτευτείς,  ισως να με παντρευτείς και να κάνουμε έρωτα κάποτε, καπότα free, θα το'θελα πολύ, ξέρεις που μένω, ξέρεις πως γενικά ξεμένω, πολύ ομοιοκαταληξία πέφτει σήμερα, μήπως να γίνω κι εγώ ραππερ; πολλά δε ρωτάω ρε γαμώτο; μην απαντάς ρε γιατι μετά θα πρέπει να ξανασκεφτώ για να σου απαντήσω πίσω, μπρος στον φόβο δε χωράει η δειλία κι ας είναι έννοιες αλληλοσυμπληρωματικές ή αλληλοσυμπληρωμένες, στο είπα πως δεν ξέρω τίποτα, τι ακούς τώρα; Εγώ ακούω τον Πινόκιο με τον Σώφρων στους γείτονες, ο Πινόκιο μπορεί να'ναι ταυτόχρονα και Τζεπέτο, ποιος να ξέρει, θέατρο Δρόμου λέει, σοκολάτα κι ονειρώξεις. Ονειρώξεις δεν έχω γιατί δεν έχω το απαραίτητο μόριο, σοκολάτες δεν τρώω γιατί μετά η γεύση της μπύρας αλλοιώνεται, Θέατρο Δρόμου δεν έχω καταλάβει τι είναι, μα μου γαμάει το μυαλό κι αυτό μου φτάνει για να αναπολώ τις νύχτες που δεν το γνώριζα, τα γαμήσια του μυαλού είναι τα καλύτερα, να το ξέρεις κι ας μην το ξέρω εγώ, κάνε πως δεν στο'πα ποτέ, όλα γύρω μας μπορούν να παρομοιαστούν με το sex, είτε είναι καλό είτε κακό είτε ανύπαρκτο, θέλω το αιδοίο μου να το μετονομάσω σε καρδιά για να'ναι χυμένο απο αγάπη χρώματος λευκού, μ'αρέσει το λευκό, μου θυμίζει χιόνι και σεντόνι και ένα άσπρο μπαλόνι που χω απέναντι μου/προχθές το λέρωσα με μαύρο posca μαρκαδόρο μεσαίου μεγέθους γιατί ήθελα σε κάποιον να μιλήσω, δεν είπα τίποτα εν τέλει, μόνο έγραψα λόγια που δεν είναι δικά μου, σε ένα ξέσπασμα οργής και σφαλμάτων, το σφάλμα, το λάθος, το βδέλυγμα και 4 λέξεις πάνω στο μπαλόνι μου που θέλω να το χαρίσω στον Πινόκιο: ΣΑΠΙΛΑ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ & ΑΝΙΑ, η Dioanea είναι ένα φυτό που ισχυρίζεται πως τρώει τα κουνούπια και τις μύγες, "οι αλογόμυγες παραμένουν ενοχλητικές ακόμα κι όταν έχουν ψυχολογικά προβλήματα;"


δενειχαναπωτίποτααλλάέπρεπεναγράψωκάτιγιατίθασκαγα

Έξω έχει πάλι καλή μέρα. Αυτό που με σκοτώνει είναι πως έτσι θα το πάμε από δω και πέρα. Ναι φιλαράκι, δε γουστάρω καλοκαίρι, και δε γουστάρω που η μέρα κρατάει περισσότερο από τη νύχτα. Ζω τη νύχτα, για αυτό ακούω μπλακ μέταλ. Η μπορει να ακούω μπλακ μέταλ για αυτό να ζω το βράδυ. Εν πάσει περιπτώσει, με ενοχλεί η ζέστη. Θα μου πεις και ποιον δεν ενοχλεί; Ναι δε λέω. Θα χεις τα δίκια σου. Απλά εμένα με ενοχλεί παραπάνω από τον μέσο άνθρωπο. Τους χειμώνες τους βγάζω με κοντομάνικο και ζακέτα και σαν έρθει η άνοιξη, πετάω τη ζακέτα μου. Το καλοκαίρι τι; Είναι νεκρή περίοδος για μένα. Τα καλοκαίρια είμαι μια χαρωπή νοικοκυρά στο χωριό, βοηθάω τη μαμά, βγαίνω με τον μπαμπά, έχω τα χωράφια μου. Ιδρώτας γκρίνια και πιάσιμο στην μέση. Αυτά είναι τα καλοκαίρια μου. Δημιουργία και δημιουργικότητα ΜΗΔΕΝ. Το μόνο που αγγιζει την έννοια της δημιουργίας, είναι το τσιπουράκι που φτιάχνουμε. Αλλά τι να το κάνεις. Το καλοκαίρι δεν τραβάει ούτως ή άλλως.
Εισαγωγάρα για να πω ουσιαστικά τι; Ότι μισώ τα καλοκαίρια. Τα μισώ όπως μισώ πολλά πράγματα, τα μισώ όπως μισεί ο γκρινιάρης στρουμφ τα πάντα, τα μισώ με όλη μου την ψυχή και μισώ και όσους τα αγαπούν. Μη με γνωρίσεις καλοκαίρι, θα σε φάει η γκρίνια μου, γίνομαι κακός άνθρωπος γιατί όταν βράζει ο κόσμος στους 40 βαθμούς δεν μπορώ να πάω πουθενά να αράξω και να γράψω και να καπνίσω και να σκεφτώ. Ούτε μόνη ούτε με παρέα. Αμάξι δεν οδηγώ για να φεύγω. Νομίζω πως τα καλοκαίρια είμαι παγιδευμένη από τα μαγικά του κλιματιστικού. Με αγαπάει και το αγαπώ σαν ιδέα, όχι μόνο αυτό του σπιτιου μου, αλλά όλα, σε κάθε σπίτι, σε κάθε μαγαζί, σε κάθε γειτονιά της γης. Αν είναι και Inverter η αγάπη γίνεται έρωτας. Κι εγώ ερωτευμένη.
Είμαι μονίμως ερωτευμένη με πράγματα. Τα πράγματα τα ερωτεύομαι ευκολότερα από τους ανθρώπους και δυσκολότερα από τις καταστάσεις. Κάτι σε φάση καταστάσεις>πράγματα>άνθρωποι. Αυτόν τον καιρό τυχαίνει να μαι ερωτευμένη με ένα γυάλινο μπουκάλι μπύρας που δεν προλαβαίνει να αδειάσει ποτέ, μ'ένα ροζ τσιγάρο και με έναν μπάρμαν. Κάθε έρωτας μου έχει προδιαγεγραμμένη πορεία. Ας πούμε η μπύρα. Με καυλώνει η μυρωδιά της, με τρελαίνει ο αφρός της και αν είναι μαύρη της κάνω ερωτικές εξομολογήσεις πριν την πιω. Μου χαρίζει βράδια ηδονής, έιτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα πράγματα. Αλλά θέλει κάτι σαν αντάλλαγμα. Την ανιδιοτέλεια δεν την ξέρει, δεν την γνώρισε ποτέ της, για αυτό μου παίρνει κομμάτια στομαχιού και συκωτιού φεύγοντας. Μα πάντα φεύγει κυρία. Όσο εκείνη φεύγει μπροστά, εγώ μένω πίσω. Να, το τσιγάρο, άλλο παράδειγμα. Μόλις το ακουμπάω στο στόμα μου ότι νεύρα έχω ηρεμούν. Χάνομαι στον καπνό που μου δανείζει. Και λέω "δανείζει", γιατί χάρισμα δεν είναι. Τον παίρνει πίσω. Κι όταν ο καπνός εξαφανίζεται, θολώνουν τα πνευμόνια μου. Ο μόνος που δε βλάπτει τα ζωτικά μου όργανα είναι ο μπάρμαν. Αλλα κι αυτή η πορεία είναι γραμμένη πολύ πριν τον ερωτευτώ. Ο έρωτας όταν είναι μονόπλευρος είναι κακό πράμα ρε παιδιά. Δηλαδή τόσα άτομα ρε, γιατί πάμε και πέφτουμε στον έναν ή στην μία που μας ρίχνει στις καταχρήσεις; Θα σου πω εγώ γιατί. Γιατι με τη στεναχώρια αποκτάμε μια ιδιαιτερότητα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Η στεναχώρια δεν έχει καμιά ομορφιά. Είναι μαύρη και σάπια. Ειδικά όταν την επιλέγεις. Και κρύβεσαι τις νύχτες πίσω της. Η μαγκιά είναι να γελάς ρε. Ξέρω, τετριμμένο, αλλα έμπνευση δε παίζει. Δε γελάω, αλλά είναι μια καλή συμβουλή γενικα. 
Ο μόνος τρόπος να με ερωτευτεί αυτός ο special someone, είναι να εξαυλωθώ και να μετατραπώ σε αλκοόλ παντός τύπου. Το αλκοόλ το αγαπάει. Κι εκείνο τον αγαπάει το ίδιο. Πιο πολύ από ότι μ'αγαπάει εμένα η μπύρα μου, γαμώτο..

attempt 01, pt2

Ξύλινο πάτωμα, ένα παλιό χαλί και σκόνη πάνω στα λιγοστά έπιπλα. Πριν μερικά χρόνια, η Α. είχε βρει μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα καφενείου δίπλα σε ένα μικρό ποτάμι, την είχε πάρει και την είχε βάψει κόκκινη. Τώρα όμως ξεθώριασε κι αυτή, πάλιωσε και το χρώμα της γδάρθηκε από την πολλή χρήση. Γέμισε σκόνη. Όπως κι η ψυχή της. Εκείνη ξαπλώνει κοιτώντας τους γκριζωπους τοίχους. Το δωμάτιο της μυρίζει εγκατάλειψη και μοναξιά. Δεν καθαρίζει πλέον. Δεν την νοιάζει.

Η παρέα που είχε το ξημέρωμα έχει φύγει εδώ και ώρα. Ήταν σχεδιασμένο πολύ καλά εξάλλου. τον έδιωξε διακριτικά, ξεφουρνίζοντας μια δικαιολογία. Το ψέμα θελει τέχνη και το κόλπο είναι το χρώμα που δίνεις στην φωνή. Κι εκείνη ήξερε πολύ καλά να παίζει με τις φωνές. 

Τα σημάδια Εκείνου που κρατάει τα κλειδιά του σπιτιού της, είναι παντού, φαίνονται παντού, μα η Α. δεν κάνει καμιά κίνηση να τα εξαφανίσει. Ξέστρωτο κρεβάτι, κοκκινωπά σεντόνια και στο αριστερό μαξιλάρι υπάρχει ακόμη τ'άρωμα του. Το άρωμά του την μεθάει μέχρι και τις λίγες ώρες που κοιμάται. Εκείνη συνδέει μυρωδιές με συναισθήματα. Κι εκείνος το ξέρει πολύ καλά, για αυτό πάντα έρχεται μυρίζοντας έρωτα. Η σχέση που έχουν είναι περίεργη, είναι έντονη και πολλές φορές ακατανόητη, ακόμη και για τους ίδιους. Δεν είναι αγάπη. Δεν είναι έρωτας. Δεν είναι πάθος. Αν μη τι άλλο, δεν είναι μόνο αυτά. Η Α. έχει σπαταλήσει πολλές νύχτες προσπαθώντας να καταλάβει την κατάσταση και να ερμηνεύσει τα όποια συναισθήματα της. Μα χαώνεται στην πορεία.

Εκείνος είναι λιγομίλητος. Εκφράζεται μέσω της μουσικής, μέσω ποιημάτων, μέσω επαναστατικών σκέψεων, μα ποτέ δεν λέει τι νιώθει. Προτιμά να το δείχνει, αλλά ακόμη κι αυτό, δεν το κάνει πάντα. Αγαπάει κάθε μορφή ζωής και θαυμάζει τα πιο απλά πράγματα. Μια συζήτηση, την γεύση του καφέ τα πρωινά, ένα μικρό έντομο που σκάλωσε στο παντζούρι της μπροστά όψης του σπιτιού του και κλαψουρίζει για ελευθερία. Η έκφραση του προσώπου του είναι ήρεμη, μα ταυτόχρονα και δυναμική. Εκείνη χάνεται στο βλέμμα του και στα δυνατά του χέρια. Δεν ξέρει κανείς τους, αν έχουν ερωτευτεί ο ένας τον άλλον, ή αν απλά είναι γοητευμένοι με τον κόσμο που έχουν φτιάξει, μακριά από τους άλλους, γεμάτο από κώδικες και μη ρεαλιστικές σκέψεις.

Αυτές τις σκέψεις τις διακόπτει ένας ήχος από το τηλέφωνο. Σημάδι πως τελειώνει η μπαταρία. Εκείνη πιάνει το κινητό και βλέπει τρεις αναπάντητες κλήσεις. Η οθόνη εκπέμπει ένα αχνό φως, μα διακρίνονται οχτώ γράμματα: το όνομα Εκείνου.

Ένα παλιό ψηφιακό ρολόι με ραδιοφωνάκι την ειδοποιεί για την ώρα. Εννέα το πρωί. Ο ήλιος που βγήκε μετά την βροχή προσπαθεί απεγνωσμένα να μπει στο σπίτι της. Στα μάτια της. Στην ψυχή της. Μα Εκείνη σηκώνεται, κυρία, και του κλείνει το παντζούρι στα μούτρα. Κάθεται στην μοναδική καρέκλα που υπάρχει στο δωμάτιο και στρίβει ατσούμπαλα ένα τσιγάρο, το οποίο ανάβει με σπίρτο.

Είναι κάποιες ώρες, που το μυαλό σου νομίζεις πως θα εκραγεί από την πολλή σκέψη. Μα δεν είναι η υπερανάλυση το πρόβλημα, ούτε η η υπερβολική σκέψη. Είναι η μονοτονία της σκέψης σου, αυτό που ότι κι αν κάνεις, όπου κι αν βρίσκεσαι, το μυαλό σου είναι σαν μια κολλημένη εικόνα στον υπολογιστή, ένα print screen επικολλημένο στην Ζωγραφική σου, μια ιδέα χρόνια σκαλωμένη στο προσκήνιο του νου σου. Ένα πρόσωπο, με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά, αχνό και ανέκφραστο, που όμως έχει τόση δύναμη και δεν σ'αφήνει να σκεφτείς τίποτε άλλο. Μια παρουσία που την συνδέεις με μουσικές, με ποιήματα και με το στρίψιμο του κάθε σου τσιγάρου. Δεν είναι πως δεν μπορείς να ξεφύγεις. Δεν θέλεις να ξεφύγεις. Έτσι κι εκείνη δεν λέει να ξεφύγει.

Αναρωτιέται αν πρέπει να επιστρέψει τις κλήσεις. Αναρωτιέται αν πρέπει να απαντήσει με απρόσωπο γραπτό μήνυμα. Δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει, και δεν έχει ιδέα αν όντως πρέπει να κάνει κάτι. Η απραξία, είναι κι εκείνη αντίδραση στην πράξη. Ξεχνάει όλα της τα πρέπει και ψάχνει τους δίσκους της.
Ένας από αυτούς έχει περίεργο εξώφυλλο, σε black n' white μορφή. Λευκά γράμματα που σχηματίζονται σε μαύρο φόντο. "Το lose my life".

Τραγουδάει δυνατα τους στίχους. "Let's grow old together, and die at the same time".
Λικέρ, τσιγάρο και post punk. Αυτοί είναι οι φίλοι της. 

Οι συζητήσεις με τον εαυτό της είναι χαοτικά ερωτεύσιμες.
Ο ήλιος κρύβεται πίσω από σύννεφα, μα εκείνη δεν το ξέρει.
Και χάνεται στο ρυθμό της μουσικής..

attempt 01, pt1.

Το δωμάτιο σχεδόν σκοτεινό, ένα φως παιχνιδίζει απο την τηλεόραση του απέναντι σπιτιου. Εκείνη στο κρεβάτι, λουσμένη σε κρύο ιδρώτα. Εκείνος κάπου αλλού. Έχει φύγει. Έτσι παίζουν το παιχνίδι τους. Εκείνη του'χει δώσει κλειδιά, γιατι θέλει να κοιμούνται παρέα, μα να ξυπνάει μόνη της. Το ρολόι στον τοίχο δείχνει περίπου τέσσερις το ξημέρωμα. Δεν βλέπει καλά. Ξέχασε τα γυαλιά της στο χωριό.

Σιωπή, μέτρημα αναπνοών, ξανά σιωπή. Συγχρονισμός αναπνοής με τους χτύπους του ρολογιού. Το φως συνεχίζει να παίζει, εκείνη πνίγεται γιατί δεν της φτάνουν οι ανάσες. Ποτέ δε μπόρεσε να συγχρονιστεί με τίποτα.
Σηκώνεται νευριασμένη και πηγαίνει προς το μπάνιο. Βγάζει τα ρούχα της αργά, τελετουργικά, και τα αφήνει στο πάτωμα. Δεν έχει όρεξη να συμμαζεψει. Το μπάνιο πάλλευκο, πεντακάθαρο και παγωμένο. Σιωπή. Μόνο σιωπή που έχει επιβληθεί.

Καυτό νερό, αργές ανάσες, επιτέλους λίγος θόρυβος τριγύρω. Νερό που πέφτει πάνω σε ένα παγωμένο κορμί με ατέλειες, πάνω σε μια λευκή επιδερμίδα, πάνω σε ένα λευκό και ακατέργαστο μυαλό. Ηρεμία. 
Το τηλέφωνο.
Βιάζεται, σκοντάφτει, σαπουνάδες, νερά, ο ήχος κλήσης ειναι άκρως σπαστικός, το όνομα στην οθόνη την απογοητεύει, μα παρ'ολα αυτά το σηκώνει.
"Ναι;"
"Να περάσω; Έχεις δουλειά;"
"Είναι πολύ αργά ρε συ."
"Παλιά δεν σε πείραζε αυτό. Θέλω να σου πω."
"Καλά εντάξει". 
Πετάει το τηλέφωνο στο κρεβάτι. Ξανά στο μπάνιο, μόνο που το μπάνιο δεν είναι πια χαλαρωτικό, είναι βιαστικό και οι κινήσεις βίαιες. Τελειώνει, σκουπίζεται στα γρήγορα, και στέκεται μπροστά στον καθρέφτη. Της αρέσει να βλέπει τον εαυτό της γυμνό. Μα μόνο όταν είναι μόνη.

Μισή ώρα μετά, εκείνη είναι έτοιμη. Στεγνή, αρωματισμένη, πεντακάθαρη και νευρική. Ο Μ. ακόμα να φανεί. Έπρεπε να το περιμένει. Πάντα ήταν αργοπορημένος. Αλλά μένει και μακριά. 
"Ίσως να έχασε το λεωφορείο", σκέφτεται.

Πάντα δικαιολογούσε τους άλλους. Δεν ήθελε να πιστεύει άσχημα πράγματα για κανέναν. Είναι ένα παράδειγμα σεμνότητας προς τους άλλους, μερικές φορές η ευγένεια της καταντάει κουραστική και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία την συμπαθούν αυτόματα. Ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν.

   Βάζει μουσική από ένα παλιό στερεοφωνικό. Χαλαρωτική μουσική με αφυπνιστικό στίχο. Της αρέσουν οι αντιθέσεις τέτοιου τύπου. Κατευθύνεται προς τον καθρέφτη ξανα. Αυτή τη φορά όμως είναι ελαφρώς ντυμένη. Πιάνει την κοιλιά της, γυρίζοντας προς το πλάι. Δυο λακάκια σε μια μέση, και μερικές ραγάδες που εμφανίστηκαν παλιότερα. Σημάδια οτι μεγαλώνει.
   Ενα τσιγάρο, αυτό ειναι, αυτό λείπει. Το τσιγάρο είναι ό,τι πρέπει όταν περιμένεις κάτι να συμβεί, ή κάποιον να έρθει, ή και τα δυο. Στρίβει αργά, με ροζ χαρτάκια και ξεραμένο καπνό. Φιλτράκια δεν υπάρχουν, για αυτό τσακίζει ένα χαρτονάκι στα γρήγορα. Έχει νύχια, κι αυτό την βοηθάει. Ένα σπίρτο σπάει την μονοτονία του σκοταδιού. Μια ρουφηξιά, στάχτη στο τασάκι, δεύτερη ρουφηξιά, λίγη στάχτη πέφτει κάτω, δεν την νοιάζει.

Κουδούνι. Ενοχλητικός ο ήχος, δεν τον αντέχει, για αυτό ανοίγει όσο πιο σύντομα μπορεί.

"Άργησες."
"Δεν περνούσε το 2, περίμενα αρκετά ελπίζοντας για ένα 10άρι"
Αμηχανία, σιωπή, μη κατανόηση, αγαρμπες κινήσεις. Ο Μ. ανάβει τσιγάρο κι εκείνη τον μιμείται μηχανικά. Την ρωτάει πως νιώθει για να διαλύσει την αμηχανία που λούζει την στιγμή. Μερικά δευτερόλεπτα σκέψης. Ενα σπαστό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό της. 
"Αρκετά καλά" κι έπειτα  πάλι σιωπή.

Τους αρέσει η σιωπή, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες. Οι σιωπές, διαφέρουν μεταξύ τους. Άλλες είναι αμήχανες, όπως ετούτη εδώ, κι άλλες απλά συμβαίνουν επειδή δεν είναι ανάγκη να ειπωθεί τίποτα. Τα βλέμματα και οι κινήσεις αδρανοποιούν την  οποιαδήποτε επιθυμία σχηματισμού λέξεων. Τα χείλη κινούνται, μα ήχοι δεν βγαίνουν, γιατί δεν θέλουν να βγουν. Οι ήχοι αποκτούν δικό τους χαρακτήρα, δεν ελέγχονται πια. Τα χείλη γίνονται υφές και σχηματίζουν εικόνες στο μυαλό. Το τέλειο ερέθισμα, που προκαλεί ασφάλεια απερίγραπτη. Εκείνη δεν μιλάει όταν νιώθει ασφαλής.

Η μουσική στο δωμάτιο συνοδεύεται από δυνατές σταγόνες που σφυροκοπούν το τζάμι. Ένα φιλί, αυτό είναι, αυτό θα σπάσει την σιωπή, σκέφτεται ο Μ.
Η σκέψη του γίνεται πράξη και τα χείλη ακουμπούν μεταξύ τους, χωρίς πάθος, χωρίς συναίσθημα, ατσούμπαλα και βαρετά. Εκείνη ενοχλείται κάπως, μα δεν τον σταματάει. Είναι αδύναμη για να αρχίσει και να τελειώσει οτιδήποτε. Απλά χάνεται στην δίνη των βαρετών φιλιών του. 

Το τηλέφωνο χτυπάει πάνω στο κρεβάτι. Δεν το σηκώνει κανείς. Ξανά σιωπή.
Η βροχή είχε σταματήσει.

Πιπες φραπές και επανάσταση

Εχω νεύρα και με έχει πιάσει μια μανια να γράφω, όλη μέρα γράφω, όλη νύχτα γράφω, κι όταν κλείνω το κωλολάπτοπ γράφω σε τετράδια, σε χαρτοπετσέτες, σε ότι είναι λευκό γιατί γουστάρω να λερώνω. Φίλε, ειλικρινά, δεν έχω κάτι να πω, ή τουλάχιστον δεν έχω σκεφτεί ότι θέλω να πω κάτι, αν ειπωθεί κάτι θα το χω σκεφτεί στην πορεία, γιατί κάθε τέτοιο ποστ μου είναι μια βόλτα στο μυαλό μου. Δε γράφω μουσική για να εκφράζομαι, δεν τραγουδάω, δεν παίζω κάποιο όργανο, δε με έχουν για στιχουργό σε καμιά μπάντα, για αυτό ξεσπάω εδώ, σκέφτομαι εδώ, πονάω εδώ. Κάπου πρέπει να τα πω κι εγώ, θα με πνίξουν στο τέλος οι ίδιες μου οι σκέψεις. Κι οι σκέψεις μου ρε φίλε, αυτές οι σκέψεις.. δεν μπορώ καν να τις περιγράψω. Μπορώ να σκέφτομαι ώρες κοιτώντας το ταβάνι και παίζοντας με το μπαλόνι μου. Όταν γύρισα από το πατρικό μου τα Χριστούγεννα, είχα φέρει ένα μπαλόνι, στις 4 Γενάρη. Από τότε δεν έχει σκάσει, απλά ξεφουσκώνει σιγά σιγά. Οπως η θέληση μου για οτιδήποτε μου κάνει καλό. Το βλέπω να φθείρεται, σαν το μυαλό μου. Και ξανασκέφτομαι. Και λάπτοπ και μουσικές σε βλακ μέταλ αισθητική και ξαφνικά το μπαλόνι του Πινόκιο, και τραγουδώ συνειρμικά, και παλι βλακ μέταλ, και Κενο, γιατι η μέταλ ποτέ δεν ήταν αρκετή για να γεμίσει τα κενά μου. Ξερεις που μένω ρε μαλακα, ξέρεις. Κι αν δεν ξέρεις ρώτα με και θα σου πω. Τεράστια είναι η Θεσσαλονίκη, τόσος κόσμος ρε πουστη μου κι εγώ δεν έχω σε ποιόν να τα πω, με ποιον να συζήτήσω, απο ποιον γαμημένο να πάρω ερεθίσματα για να γίνω καλύτερη. Ελα να πιούμε εναν καφε γαμω, εναν καφέ ζητάω μόνο. Για να μπορεσω να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Για να μπορέσω να γράψω κάτι με λίγο νόημα, κι όχι μια κατοσταριά γραμμες γεμάτες πιπες, ματαιότητες και φιλοκατάθλιψη.

Διαλειμμα για τσιγάρο. 
Το στρίψιμο είναι τελετουργία για μένα. Δε γουστάρω τα έτοιμα τα τσιγάρα, δεν έχουν κόπο, δεν έχουν αέρα και πάνω απ'ολα δεν έχουν ατέλειες. Στέκονται εκεί, άψυχα και ίσια. Ενώ τα στριφτά ρε διάολε, τα στριφτά τα κάνεις όπως θες. Χοντρά κι αδύνατα, βαριά κι ελαφριά και μπήγεις μέσα ότι γουστάρεις. Καπνό, φύλλα, φυτά, το μέλλον σου, τις ανασφάλειες σου, τα ατέλειωτα ερωτηματικά σου, ότι γουστάρεις βάλε και κάπνισε. Ο εθισμός μου στο κάπνισμα έγκειται στην ολη διαδικασία, κι όχι στις βαρβάτες δόσεις νικοτίνης. Και το γουστάρω ρε συ. Το γουστάρω πολύ. 

Βαρεμάρα, αντι-ουσία, αντι-μέτρο, αντι-χαρά. Αντι-σταση, αντι-δραση, αντι-υποταγή. Αντι-κείμενο, αντικείμενα εδώ και εκεί, σκόρπια, ανευ κανόνων, μα με περίσσια ζωή. Και βόλτες και τσιγάρα και βόλτες και ποτά και πιώμα που πίνω μα με πίνει τα βράδια, μου ρουφάει οτιδήποτε ζωντανό στο άδειο μου κορμί, και κενό, και κενά που δεν μπορώ να καλύψω μα μέσα τους χωράω, και μέσα μου χωράς, και όλοι οι καλοί χωράνε, και κλασσικός μονόλογος που με πονάει, μπορεί και να ταυτίζεσαι δε ξέρω, θέλω να καπνίσω κι άλλο, περίμενε.

Όσο έστριβα σκεφτόμουν την αντι-επανάσταση, γιατί η επανάσταση σκέτη με απογοήτευσε λιγάκι. Ειμαι πολλά αντί, αντι-σεξίστρια, αντι-φασίστρια, αντι-ρατσίστρια κι όλα αυτα ίσως σου ακούγονται ψαγμενιές, αλλά γουστάρω πολύ να απομυθοποιώ τον εαυτούλη μου και κάθε αλλον μυθοποιημενο που σε θέλει δούλο αντι-σκέψης. Ολα αυτά σημαίνουν πως έχω παρατήσει τη σχολή γιατί είμαι αντι-συστημικη, θυσιάζω χόρτο στον βωμό της κουλτούρας, το αλκοόλ έχει αντικαταστήσει το μπουκάλι νερού στο ψυγείο μου γιατι χωρις αυτο η σκέψη μου είναι ένα τίποτα. Γαμα και την σκέψη μου, γάμα με και μένα γιατί το παίζω μάγκισσα και φιλελεύθερη και λέω πως δε γουστάρω σχέσεις και ταμπέλες, γάμα με πριν ταμπελιαστώ και σημαδευτώ, γάμα με και δώσμου οργασμούς για να χω να λέω και να γράφω, γάμα με γιατι είμαι μια αντι-πουτάνα του συστήματος. Ολες οι λέξεις αν τις κολλήσεις ένα αντί μπροστά, φαντάζουν επαναστατικές.
Στην πραγματικότητα η μόνη μας επανάσταση είναι ο τρόπος σκέψης μας. Επανάσταση είναι να μου κάνεις ερωτα τα βράδια, κι όχι να μου γεμίζεις με σπέρμα το στόμα. Επανάστατική είναι η μάνα μου που με νανουριζε με Ασιμο. Εγώ είμαι απλά ένα χαμένο παρτάλι, ο ξεπεσμός της Επανάστασης, η εκφυλισμένη δημοκρατία του Πλάτωνα, δυο γραμμές φυλακισμένες σε ενα βιβλίο με ποιήματα που έσκασα 30 ευρώ για να αποκτήσω. Τώρα επειδή νιώθω τον αντιφασισμό να κυλάει στις φλέβες μου, θα ανεβάσω την μπασταρδοκρατία στο φέησμπουκ και θα γράψω έναν στίχο κατα του κράτους. Εσένα και εμένα ντεμέκ επαναστάτη, μας αντιπαθώ περισσότερο απο τον φασίστα. Ο φασίστας τουλάχιστον είναι ξεκάθαρος. Ενω εμείς όχι.
Το κείμενο πήγαινε για κουλτουροτέτοιο, αλλά δε το γαμάς; Θα πάω να δώσω 4 ευρώ για καφέ στην παραλία. Γιατί είμαι πολύ επαναστάτρια για να μείνω σπίτι, και δε γουστάρω να λερώνω τις φόρμες μου σε βρώμικα παγκάκια. Ετσι μαλάκα μου. Επανάσταση μέσα απο λάπτοπς και πισίδια, ουάου, και φραπέδες, ας μην ξεχνάμε τον φραπέ, ω ρε μαλάκα μου, δες μια κωλάρα που πέρασε, για τι μιλούσαμε; Α για φασισμό, θάνατος στον φασισμό ρε, είμεθα αναρχικοι εμεις, πηγαίνουμε και σε στέκια, αυτοοργάνωση και χίλιες δυο πιπάρες που καθησυχάζουν την συνείδηση μας. Αντε γαμησου ρε. Να πάω κι εγώ να γαμηθώ.
Τι ηλιθιότητα να μην υπάρχει προστακτική σε πρώτο πρόσωπο γαμώτο μου. Αντε γαμήσου. Η σκέψη μου μόλις αυτοκτόνησε και λέρωσε τον κόκκινο μου τοίχο. Πάω να καθαρίσω, μη μου λερώνεις το κόκκινο της επανάστασης, θίγομαι προσωπικά, θίγεται και ο αντιφασισμός μου. Καλά κωλάκια είμαστε του λόγου μας. 
Το κουδούνι. Καφές. Αντίο.